Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Μαζοχιστική προσωπικότητα



Πρόκειται για αυτοηττώμενες προσωπικότητες, για άτομα που δίνουν την εντύπωση ότι ο χειρότερος εχθρός είναι ο εαυτός τους. Ο μαζοχισμός αρχικά αναφερόμενος από τον συγγραφέα Leopold von Sacher- Masoch αναφερόταν στην αναζήτηση του οργασμού μέσω του βασανισμού και του εξευτελισμού και στη βίωση ευχαρίστησης μέσα από τον πόνο. Ο Freud έκανε μια διάκριση ανάμεσα στο σεξουαλικό μαζοχισμό και τον ηθικό μαζοχισμό. Ο ηθικός μαζοχισμός αφορά «ένα γενικό πρότυπο πόνου που εξυπηρετεί έναν απώτερο σκοπό από το στενό σεξουαλικό νόημα του μαζοχισμού» (McWilliams, 2008, σ. 538).

Ο Wilhelm Reich χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο μαζοχιστικό χαρακτήρα, στους τύπους της προσωπικότητες που πρότεινε. Σύμφωνα με τον Reich ένα άτομο με μαζοχιστική προσωπικότητα χαρακτηρίζεται από «πρότυπα οδύνης, διαμαρτυρίας, τάσεις αυτοκαταστροφικότητας και αυτοϋποτίμησης, καθώς και μια ασυνείδητη επιθυμία να βασανίζει τους άλλους μέσω του προσωπικού του πόνου»  (McWilliams, 2008, σ. 539). Ο μαζοχισμός σήμερα πλέον δεν ταυτίζεται με τη σεξουαλική συμπεριφορά μόνο, ούτε έχει μόνο αρνητική έννοια ή αποτελεί μια παθολογική κατάσταση. Η θετική έννοια του μαζοχισμού συνδέεται με γεγονότα όπου τα άτομα διακινδυνεύουν τη ζωή, την υγεία και την ασφάλειά τους για χάρη ενός ανώτερου κοινωνικού αγαθού, όπως η επιβίωση του πολιτισμού ή των αξιών τους. Ωστόσο, ένα άτομο με έντονα στοιχεία μαζοχισμού μπορεί να είναι επιρρεπές σε ατυχήματα, ακρωτηριασμούς ή τραυματισμούς του εαυτού του, χωρίς να υπάρχει αυτοκτονική πρόθεση. Ουσιαστικά, ο σωματικός πόνος που προκαλεί το άτομο με μαζοχιστικές τάσεις στον εαυτό του, στοχεύει στην συναισθηματική ανακούφισή του. 

Επομένως, ο μαζοχισμός δεν σημαίνει αγάπη για τον πόνο και την οδύνη. Το άτομο συμπεριφέρεται μαζοχιστικά προκαλώντας πόνο και οδύνη στον εαυτό του ελπίζοντας –συνειδητά ή ασυνείδητα- ότι θα επιτύχει κάποιο μεγαλύτερο καλό. 

Για παράδειγμα, μια γυναίκα που κακοποιείται από το σύζυγό της συμπεριφέρεται μαζοχιστικά εφόσον παραμένει μαζί του, χωρίς να σημαίνει πως αυτό της δημιουργεί ευχαρίστηση όταν τη δέρνουν. «Οι πράξεις της προδίδουν την πεποίθηση ότι η ανοχή της κακοποίησης συμβάλλει ώστε η ίδια είτε να επιτύχει κάποιο σκοπό τόσο σημαντικό που να δικαιολογεί την οδύνη της, όπως είναι, για παράδειγμα, ο στόχος να κρατήσει την οικογένειά της ενωμένη, είτε να αποφύγει μια καταστροφή, όπως είναι, για παράδειγμα, η ολοκληρωτική εγκατάλειψη από το σύζυγό της ή και τα δύο» (McWilliams, 2008, σ. 542). Αντικειμενικά το να παραμείνει σ’ αυτή τη σχέση είναι πιο καταστροφικό ή επικίνδυνο από το να τον αφήσει. Ωστόσο, η γυναίκα συνεχίζει να συμπεριφέρεται με ένα τρόπο που δείχνει ότι η ισορροπία της εξαρτάται από τη διαρκή κακοποίησή της.

Τα μαζοχιστικά στοιχεία στην προσωπικότητα σε αρκετές περιπτώσεις συνδέονται ή αλληλοκαλύπτονται με καταθλιπτικά στοιχεία. Η πλειοψηφία των ατόμων με μαζοχιστική ή καταθλιπτική δομή προσωπικότητας έχουν στοιχεία η μία της άλλης. Ο Kernberg αναφέρθηκε στην καταθλιπτική- μαζοχιστική προσωπικότητα, που υποστήριξε ότι αποτελεί τον πιο συνηθισμένο τύπο νευρωτικού χαρακτήρα. 


«Ο συναισθηματικός κόσμος ενός ατόμου με μαζοχιστική οργάνωση μοιάζει πολύ με τον κόσμο ενός καταθλιπτικού ατόμου, με μια ουσιαστική όμως διαφορά: η συνειδητή λύπη και τα βαθιά ασυνείδητα συναισθήματα ενοχής κυριαρχούν και στους δύο τύπους οργάνωσης, ωστόσο, τα μαζοχιστικά άτομα μπορούν εύκολα να βιώσουν θυμό, περιφρόνηση, ακόμη και αγανάκτηση» (McWilliams, 2008, σ. 544). Στις προαναφερόμενες συναισθηματικές καταστάσεις τα αυτοηττώμενα άτομα αντιλαμβάνονται ότι υποφέρουν αλλά θεωρούν ότι αυτό είναι άδικο, θεωρούν τον εαυτό τους θύμα ή άτυχο ή καταραμένο, παρόλο που δεν ευθύνονται τα ίδια, σαν να τους καταδιώκει ένα «κακό κάρμα». Τα άτομα που έχουν και καταθλιπτικά στοιχεία έχουν δεχθεί και αποδεχθεί τη δυστυχία τους, επειδή πιστεύουν ότι μόνο αυτό τους αξίζει, ενώ τα μαζοχιστικά άτομα μπορεί να καταφέρονται εναντίον της μοίρας τους (McWilliams, 2008).

Για παράδειγμα, εάν ένα άτομο θεωρεί ότι τα πρόσωπα που ασκούν εξουσία τιμωρούν κάποια στιγμή όλους όσους βρίσκονται σε σχέση εξάρτησης μαζί τους και εάν βρίσκεται σε μια χρόνια κατάσταση άγχους περιμένοντας να επαληθευτεί η πεποίθησή του, τότε προκαλεί με δική του βούληση μια αναμενόμενη τιμωρία στον εαυτό του που το ανακουφίζει από το άγχος και επιβεβαιώνει τη δύναμή του απέναντι στο οδυνηρό γεγονός. 

Τα άτομα με μαζοχιστική προσωπικότητα έχουν την ανάγκη να έχουν ακροατές που θα επιβεβαιώνουν ότι ένοχοι είναι μόνο οι άλλοι. Συχνά νιώθουν την ανάγκη να δείχνουν ότι υποφέρουν ή ότι κάποιος άλλους τους κακοποιεί. Ωστόσο, μπορεί να αρνηθούν ότι η κατάσταση αυτή τους προκαλεί δυσφορία ή να υπερασπίζονται τις καλές προθέσεις του δράστη, με αποτέλεσμα να δημιουργούν στους άλλους αντιφατικά συναισθήματα. Από τη μία τους λυπούνται και από την άλλη θεωρούν ότι τα θέλουν και τα παθαίνουν. 

Τα άτομα με μαζοχιστική προσωπικότητα εκδηλώνουν έντονα θέματα εξάρτησης και έντονους φόβους της μοναξιάς. Το βασικό μήνυμα που μεταδίδουν μέσα σε μια σχέση τους είναι: «Σε παρακαλώ μη με αφήνεις. Εάν φύγεις θα βλάψω τον εαυτό μου». Στις περιπτώσεις των κακοποιημένων γυναικών, παρατηρείται συχνά η επιστροφή των γυναικών στο σύζυγό τους ή σύντροφό τους. Οι γυναίκες αυτές φαίνεται πως συνήθως φοβούνται περισσότερο την εγκατάλειψη από ότι τον πόνο ή τον θάνατο. Συνήθως, προέρχονται από γονείς που τους έδειχναν ενδιαφέρον μόνο όταν τους τιμωρούσαν, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί έντονη συσχέτιση ανάμεσα στη συναισθηματική επαφή και τον πόνο. Όταν ένα παιδί δέχεται αυστηρή ή σκληρή τιμωρία –υπερβολική ή σαδιστική- τότε το μήνυμα είναι ότι η ψυχική οδύνη αποτελεί το τίμημα μιας σχέσης με τους άλλους. Η επιθυμία για επικοινωνία είναι πιο έντονη από την επιθυμία για σωματική ασφάλεια. Ακόμη, τα άτομα με μαζοχιστική προσωπικότητα μπορεί να προέρχονται από ένα περιβάλλον στο οποίο έχουν δεχτεί πολλές ενισχύσεις και έχουν μάθει να υπομένουν τα βάσανά τους με γενναιότητα. 

Στις καθημερινές τους συναναστροφές τα αυτοηττώμενα άτομα έχουν την τάση να αποκτούν φίλους που είναι και οι ίδιοι δυστυχισμένοι, και αν χαρακτηρίζονται από ηθικό μαζοχισμό τότε προσελκύονται από άτομα που θα επιβεβαιώσουν την αίσθηση της αδικίας που τα καταβάλλει, ενώ συχνά τείνουν επαναλαμβανόμενα να συνάπτουν σχέσεις στις οποίες εισπράττουν την έλλειψη ευαισθησίας ή και το σαδισμό των άλλων (McWilliams, 2008).

Το άτομο με μαζοχιστική προσωπικότητα θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο, ένοχο, απορριπτέο, που του αξίζει να τιμωρηθεί. Ακόμη, το άτομο μπορεί να αισθάνεται ότι είναι ανολοκλήρωτο, ενώ έχει την πεποίθηση ότι είναι καταδικασμένο να το παρεξηγούν, να μην το εκτιμούν και να του συμπεριφέρονται άσχημα. Συχνά, τα άτομα αυτά φαίνονται επιβλητικά και περιφρονητικά, εξυμνούν την ψυχική τους οδύνη και συχνά περιφρονούν τους άλλους, που δεν μπορούν να υπομένουν τα βάσανά τους με την ίδια γενναιότητα και αξιοπρέπεια (McWilliams, 2008).


Βιβλιογραφία
McWilliams, N. (2008). Ψυχαναλυτική διάγνωση. (Επιμ. Τ. Αναγνωστοπούλου & Σ. Τριλίβα). Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Οικογένεια και είδη γονέων



Μεγαλώνουμε μέσα σε μια οικογένεια, όπου τα μέλη της αλληλεπιδρούν δημιουργώντας μια δυναμική. Η δυναμική της κάθε οικογένειας είναι διαφορετική και ξεχωριστή και έχει διαφορετική επίδραση απέναντι στο καθένα από τα μέλη της. Η αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών της οικογένειας οδηγεί στη δημιουργία στόχων που μοιράζονται, συναισθημάτων και αναγκών που είναι κοινά στοιχεία μεταξύ τους, αξιών και ονείρων που έχουν. Οι κοινές συνισταμένες που υπάρχουν αποτελούν το βασικό παράγοντα που λειτουργεί ως κίνητρο για την εξέλιξη της οικογένειας. Τα κύρια πρόσωπα μέσα στην οικογένεια, είναι οι γονείς- οι ενήλικες αυτής της δυναμικής- που έχουν σημαντική επίδραση στα υπόλοιπα μέλη, που είναι τα παιδιά, τα οποία έχουν τη δική τους προσωπικότητα, ταυτότητα και συμπεριφορά, αλλά όλα αυτά βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση.

Ίσως κανένας γονιός δεν ανήκει σε μία και μόνο κατηγορία, ωστόσο ο καθένας με βάση τα βιώματα που είχε ή και έχει από την οικογένειά του μπορεί να κατατάξει τους γονείς του σε μία ή περισσότερες κατηγορίες από αυτές που αναφέρονται στη συνέχεια… Οι γονείς μπορεί να είναι:

  •     υπερβολικά ανεκτικοί γονείς, που είναι ζεστοί και στοργικοί, αλλά αγωνίζονται για να επιβάλλουν τις προσδοκίες και τη συμπεριφορά τους.
  •    υπερβολικά αμέτοχοι γονείς, που δεν επιβάλλουν τις προσδοκίες τους, αλλά δεν εκφράζουν και ενδιαφέρον, αγάπη και ζεστασιά προς τα παιδιά.
  •   αυταρχικοί γονείς, που υπερτονίζουν το ρόλο του ελέγχου και τείνουν να αποφασίζουν και να επιλέγουν οι ίδιοι για τα παιδιά τους.
  •    αυθεντικοί γονείς, που ενδιαφέρονται για την ύπαρξη μιας ισορροπίας ανάμεσα στις προσδοκίες που έχουν από τα παιδιά τους και στην έκφραση αγάπης και άνευ όρων αποδοχής.



Είτε μεγαλώνουμε ή μεγαλώσαμε μέσα σε μια απορριπτική οικογένεια είτε μέσα σε μια υπερπροστατευτική οικογένεια το αποτέλεσμα μπορεί να είναι το ίδιο ή περίπου το ίδιο, ανάλογα και με άλλους παράγοντες και ανάλογα και με το δικό μας χαρακτήρα. Ωστόσο, έχουμε πολλές πιθανότητες να μην αναπτύξουμε εμπιστοσύνη για τον εαυτό μας και τους άλλους, να μην έχουμε αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση, να είμαστε συναισθηματικά ασταθείς και ανασφαλείς, να βιώνουμε ένα διαρκές αίσθημα απόρριψης ή φόβου απόρριψης, να φοβόμαστε έντονα μήπως δυσαρεστήσουμε ή πληγώσουμε τους άλλους, να αναπτύσσουμε σχέσεις εξάρτησης και να νιώθουμε αδύναμοι να αυτονομηθούμε, να έχουμε επιθετικές ή εγωιστικές συμπεριφορές, να είμαστε αποφευκτικοί απέναντι σε καταστάσεις, σχέσεις και πρόσωπα, καθώς και να νιώθουμε αδύναμοι να διεκδικήσουμε οτιδήποτε.

Μεγαλώνοντας σε μια υπερπροστατευτική οικογένεια



Υπερπροστατευτικοί γονείς, γονείς που παίρνουν το ρόλο τους πιο σοβαρά και αυστηρά από ότι πρέπει; Ανασφαλείς γονείς με πολλές φοβίες; Γονείς που μεγάλωσαν και οι ίδιοι σε υπερπροστατευτικές οικογένειες; Γονείς με έντονα στοιχεία ελέγχου; Γονείς που θεωρούν ότι αυτός είναι ένας τρόπος να δείξουν την αγάπη και το ενδιαφέρον στα παιδιά τους; Γονείς που πιστεύουν πώς έτσι θα μπορέσουν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από τους κινδύνους της κοινωνίας; Κάποιο από όλα αυτά ή μπορεί και κανένα από τα παραπάνω να κάνει κάποιον γονέα να λειτουργήσει υπερπροστατευτικά απέναντι στα παιδιά του. Το κύριο ερώτημα όμως είναι αν τελικά ο υπερπροστατευτικός γονιός καταφέρνει να «προστατεύσει» το παιδί του ή αν όλο αυτό προκαλεί τα αντίθετα από αυτά που προσδοκά αποτελέσματα…

Οι υπερπροστατευτικοί γονείς ασχολούνται τόσο πολύ με το παιδί που προκαλούν ορισμένα ανεπιθύμητα αποτελέσματα, όπως:
Εμποδίζουν τη μάθηση, καθώς τα παιδιά δεν έχουν τη δυνατότητα να εξερευνήσουν τον κόσμο και να ανακαλύψουν μόνα τους πράγματα. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν να χειρίζονται καταστάσεις μόνα τους, ακόμη κι αν κάνουν λάθος.
Προσπαθούν να αποφεύγουν τα παιδιά τους στρεσογόνες ή λυπητερές καταστάσεις. Βρίσκονται σε μια διαρκή αγωνία ώστε να μην βιώσουν τα παιδιά τους άγχος, απόρριψη, στεναχώρια ή φόβο, με αποτέλεσμα τα παιδιά να θεωρούν ότι μεγαλώνουν μέσα σε ένα «ιδανικό»- γυάλινο κόσμο, που υπάρχει μόνο η χαρά και η ευχαρίστηση. Ωστόσο, η καταπιεστική συμπεριφορά τους τις περισσότερες φορές κάνει τα παιδιά μη χαρούμενα.
Μειώνουν την αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση του παιδιού, ενώ του δείχνουν ότι δεν το εμπιστεύονται, αφού το παιδί δεν νιώθει ότι μπορεί να κερδίσει πράγματα με την αξία του. Αυτό δεν αφήνει το παιδί να αυτονομηθεί και να μεγαλώσει… Εν τέλει, οι υπερπροστατευτικοί γονείς στέλνουν στο παιδί το μήνυμα ότι δεν είναι ικανό ή επαρκές να τα καταφέρει μόνο του, ή ότι δεν μπορεί να λάβει τις σωστές αποφάσεις, για αυτό χρειάζεται κάποιον να το κάνει για το ίδιο.

Όταν οι γονείς κάνουν τα πάντα αντί για το παιδί, ουσιαστικά δεν το αφήνουν να ωριμάσει, το εμποδίζουν από το να αποκτήσει εμπειρίες –θετικές και αρνητικές-, να βιώσει συναισθήματα –χαράς αλλά και απογοήτευσης- και όλα αυτά να μάθει να τα χειρίζεται, να τα διαχειρίζεται και να τα τακτοποιεί στο μυαλό του καθορίζοντας έτσι και τη ζωή του.
Με μια πρώτη ματιά μπορεί να θεωρείται και «τυχερό» ένα παιδί που τα έχει όλα έτοιμα και έχει τόσο πολύ ενδιαφέρον και αγάπη από τους γονείς του. Σε μακροπρόθεσμο όμως επίπεδο η «αγάπη» αυτή λειτουργεί καταστροφικά, καθώς το άτομο παραμένει πάντα παιδί, χωρίς να μαθαίνει να λειτουργεί ανεξάρτητα και αυτόνομα, χωρίς να εμπιστεύεται τις δικές του δυνάμεις και χωρίς να παίρνει την ευθύνη των πράξεών του.


Μεγαλώνοντας σε μια «απορριπτική» ή «αδιάφορη» οικογένεια



Πως μεγαλώνει και τι βιώματα κουβαλάει ένα παιδί που έχει μεγαλώσει με απορριπτικούς ή αδιάφορους γονείς; 

Είναι ένα παιδί που ενδέχεται συνεχώς να υποβιβάζει τον εαυτό του και να ασκεί έντονη κριτική σ’ αυτόν, νιώθει άβολα όταν δέχεται φιλοφρονήσεις κι επαίνους από τους άλλους, καθώς είναι κάτι που δεν το έχει μάθει, του φαίνεται ανοίκειο και άγνωστο, ενώ συχνά παίρνει τη θέση του θύματος, γιατί ίσως αυτός ήταν ένας τρόπος για να επιβιώσει μέσα στην οικογένειά του. Επίσης, ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα σε μια τέτοια οικογένεια, νιώθει έντονη μοναξιά, ακόμη και όταν βρίσκεται ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους, ενώ το κυρίαρχο συναίσθημα είναι η απογοήτευση, καθώς και η ντροπή και ενοχή. Βιώνει ένα συναισθηματικό κενό και αισθάνεται ότι είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα παιδιά. Το παιδί δεν πιστεύει στις ικανότητές του για επιτυχία, ενώ ένας φόβος καλύπτει πολλούς τομείς της ζωής του: φοβάται τις αλλαγές, φοβάται την αποτυχία αλλά και την επιτυχία, φοβάται την απώλεια του ελέγχου, φοβάται… φοβάται…

Το παιδί με απορριπτικούς ή αδιάφορους γονείς νιώθει έντονη ανάγκη να είναι ευχάριστο στους άλλους, καθώς είναι ένας τρόπος να λάβει λίγη προσοχή, λίγη φροντίδα και τρυφερότητα, που έχει τόσο μεγάλη ανάγκη. Ωστόσο, η ανάγκη για αναζήτηση αυτής της συναισθηματικής στέρησης που νιώθει το παιδί και αργότερα ο ενήλικας που έχει μεγαλώσει σε μια τέτοια οικογένεια μπορεί να οδηγήσουν και σε μια ανάγκη ύπαρξης συναισθηματικής απόστασης, καθώς και μια αδυναμία έκφρασης της γνώσης και των συναισθημάτων του εξαιτίας του φόβου για τη γνώμη των άλλων. Ακόμη, το άτομο μπορεί να εμφανίσει αυτοκαταστροφικές τάσεις, να δυσκολεύεται να χαλαρώσει, να δυσκολεύεται να πετύχει τους στόχους του, να μην διεκδικεί και να κάνει εξωπραγματικές εκτιμήσεις για τον εαυτό του αλλά και να έχει μια πολωτική σκέψη –άσπρο ή μαύρο. Συχνά, μπορεί να είναι θυμωμένο και επιθετικό προς τους άλλους και νιώθει αποκομμένο από την οικογένεια και την κοινωνία. Συχνά προσπαθεί να ακολουθήσει τις απαιτήσεις των γονέων και να εκπληρώσει τις προσδοκίες τους καθώς πιστεύει πως έτσι θα κερδίσει την αγάπη τους, που νιώθει ότι δεν λαμβάνει…

Βέβαια, σε όλα αυτά το ερώτημα που προκύπτει είναι: γιατί ένας γονιός να είναι έντονα απορριπτικός ή επικριτικός ή αδιάφορος απέναντι στο ίδιο του το παιδί. Οι λόγοι είναι πολλοί, άλλοι πιο επιφανειακοί, άλλοι με μεγαλύτερο βάθος, ωστόσο, θα εστιάσουμε σε κάποιους από αυτούς. Ποια ήταν τα βιώματα των ίδιων των γονιών και τι τραύματα κουβαλάνε και οι ίδιοι από τους δικούς τους γονείς; Μήπως θεωρούν ότι κάνοντας σκληρή κριτική στα παιδιά τους τα βοηθούν να ενδυναμώσουν και να αποκτήσουν άμυνες απέναντι σε όσα θα αντιμετωπίσουν στη ζωή τους; Οι έντονα επικριτικοί γονείς συνήθως έχουν μια τάση για αναζήτηση τελειότητας από τον εαυτό τους αλλά και από τους άλλους, χρησιμοποιώντας κάποιες φορές την αυστηρή κριτική ως κίνητρο για βελτίωση. Επίσης, ορισμένοι γονείς θεωρούν ότι η χρήση έντονης κριτικής προς το παιδί λειτουργεί ως «απόδειξη» ότι είναι καλοί γονείς και ενδιαφέρονται για το παιδί τους. Η έντονη επικριτική συμπεριφορά μπορεί να είναι ένδειξη έλλειψης ή ανικανότητας επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια ή ανάγκη επιβολής του γονιού απέναντι στο παιδί. Ερωτήματα προκύπτουν και από τη σχέση που έχει ο γονιός με τον ίδιο του τον εαυτό. Μήπως νιώθει ένα αίσθημα ανεπάρκειας του εαυτού του και του ρόλου που καλείται να έχει ως γονέας; Μήπως έχει αναπτύξει σχέση εξάρτησης με τα παιδιά και ζει ή προσπαθεί να ζήσει μέσα από αυτά; Μήπως το άγχος, η απογοήτευση και τα αδιέξοδα που βιώνει τα ξεσπά στον εύκολο στόχο που είναι τα παιδιά; Μήπως έχει ο ίδιος δυσκολίες να εκφράζει και να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του με αποτέλεσμα να μην μπορεί να το κάνει και στη σχέση με τα παιδιά του;

Αυτό που μένει στο παιδί μεγαλώνοντας είναι ο φόβος ότι όλοι γύρω του θα το απορρίψουν, ένας διαρκής φόβος για την απόρριψη και μια διαρκή ανάγκη για αναζήτηση επιβεβαίωσης, αλλά πώς να ζητήσεις επιβεβαίωση χωρίς να ξέρεις την απάντηση, κι αν η απάντηση είναι αρνητική τι θα γίνει;


Πτυχές απορριπτικής ή αδιάφορης συμπεριφοράς μέσα στην οικογένεια περιλαμβάνουν μια εχθρική ή επιθετική στάση, έντονο θυμό, βιαιοπραγίες ή αυστηρή αξιολόγηση του παιδιού, υψηλές προσδοκίες, συναισθηματική ή ψυχολογική βία, περιθωριοποίηση ή υποτίμηση του παιδιού, ελλιπής υποστήριξη του παιδιού. Το παιδί έχει ανάγκη από την αποδοχή και συνεχίζει να την αναζητά και ως ενήλικας. Η απόρριψη είναι μια μορφή απώλειας, που το παιδί καλείται να αντιμετωπίσει χωρίς να ξέρει πως.. 


Η οικογένεια σήμερα...



Κύριο χαρακτηριστικό της οικογένειας σήμερα είναι η πυρηνική οικογένεια (γονείς και παιδιά) και η μονογονεϊκή οικογένεια (μόνο ο ένας γονέας και τα παιδιά). Η αύξηση των μονογονεϊκών οικογενειών οφείλεται κυρίως στα διαζύγια και στην απόκτηση παιδιών εκτός γάμου, παρά στο θάνατο του ενός γονέα. 



Ο θεσμός της οικογένειας σε όλες τις κοινωνίες ήταν άμεσα συνδεδεμένος με τη βιολογική και κοινωνική αναπαραγωγή. Η οικογένεια θεωρείται ο θεσμός που συμβάλλει στην εξασφάλιση των καλύτερων συνθηκών και προϋποθέσεων για την υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητας των ατόμων, καθώς μέσα από την οικογένεια τα παιδιά μαθαίνουν τα ήθη, τα έθιμα, τους θεσμούς και τις αξίες, όλα δηλαδή τα κύρια πολιτισμικά στοιχεία που δομούν την ταυτότητα μιας κοινωνίας. Το παιδί με την αγωγή και τη διαπαιδαγώγηση μέσα στην οικογένεια και αργότερα μέσα στο σχολείο και το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο προετοιμάζεται καθώς θα αποτελέσει τον κύριο πυρήνα της αυριανής κοινωνίας. 

Η οικογένεια σήμερα ως θεσμός θεωρείται ότι βρίσκεται σε κρίση. Πώς εκδηλώνεται αυτή η κρίση; Η κρίση γίνεται εμφανής μέσα από την αύξηση των διαζυγίων, την αύξηση των μονογονεϊκών οικογενειών, τη χαλάρωση των οικογενειακών δεσμών, την αντικατάσταση της ευρείας οικογένειας από την πυρηνική κ.α. Η οικογένεια βιώνει μια κρίση και βρίσκεται σε μια μεταβατική κατάσταση, αναζητώντας μια νέα ταυτότητα. Η κρίση οφείλεται «στη χαλάρωση και τον εκφυλισμό των ηθών, στην κοινωνική υποβάθμιση και σκλήρυνση της κοινωνίας, στον ατομικό ευδαιμονισμό, στη μείωση των μαθητών και στο κλείσιμο πολλών σχολείων» (Ρομπόκου- Καραγιάννη, 2003, σ. 33), καθώς και στους γάμους μεταξύ ατόμων διαφορετικών εθνοτήτων και τον πολλαπλασιαμό του αριθμού των δεύτερων γάμων (Γιώτσα, 2003).


Ωστόσο, οι βασικές ανάγκες που καλείται να καλύψει μια οικογένεια θα παραμείνουν πάντα οι ίδιες: η αίσθηση της ασφάλειας, της ταυτότητας, του αυτοσεβασμού, της εμπιστοσύνης, του ανήκειν και της αποδοχής, της προσωπικής επάρκειας, της εκπλήρωσης των προσδοκιών, της πίστης στην ικανότητα για επιτυχία, της αναγνώρισης και των ανταμοιβών.

Αυτό που αναζητά κάποιος κάνοντας οικογένεια είναι η δημιουργία μιας «ευτυχισμένης» οικογένειας, πιστεύοντας πως όσα δεν έζησε όπως θα ήθελε θα τα κάνει τώρα στη δική του οικογένεια. Ωστόσο, η εντύπωση που υπάρχει για την ειρηνική συνύπαρξη μέσα στην οικογένεια είναι περισσότερο μια ψευδαίσθηση και μια υψηλή προσδοκία, παρά μια πραγματικότητα. Σε κάθε οικογένεια υπάρχουν συγκρούσεις, προβλήματα, διαμάχες και εντάσεις. Για να συνεχίσει να υπάρχει μια οικογένεια θα πρέπει να υπάρχει επικοινωνία, εμπιστοσύνη, ειλικρίνεια, όρια, σεβασμός και μια διαρκή διάθεση για εξέλιξη από όλα τα μέλη και κυρίως από το ζευγάρι- τους γονείς. Τα σοβαρά προβλήματα ξεκινούν όταν αρχίζουν να υπάρχουν μυστικά, έλλειψη επικοινωνίας, ανταγωνιστικές σχέσεις στο ζευγάρι, αμφισβήτηση και έντονη κριτική, διφορούμενες εκφράσεις και αμφίσημα μηνύματα καθώς και ανεπίλυτες καταστάσεις που τείνουν στη χρονιότητα. 

Σε κάθε περίπτωση, «ο γονεϊκός ρόλος διαμορφώνει το πλαίσιο της οικογένειας, το οποίο επηρεάζει και το ρόλο που θα αναλάβει στη συνέχει το παιδί. Σε κάθε στάδιο ανάπτυξης του παιδιού, ο ρόλος και η συμπεριφορά των γονέων μεταβάλλονται, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται και η διαμόρφωση του οικογενειακού πλαισίου» (Γιώτσα, 2003, σ. 233).
Αυτό που πάντα κρατούσε μια οικογένεια και το οποίο είναι σημαντικό να συνεχίσει να υπάρχει είναι η ανάπτυξη ισχυρών οικογενειακών δεσμών. Οι οικογενειακοί δεσμοί πάντα αποτελούσαν ένα σίγουρο, μόνιμο και χειροπιαστό σημείο αναφοράς για το άτομο. Ωστόσο, πόσο ατάραχοι μπορούν να παραμείνουν αυτοί οι δεσμοί μέσα σε μια κοινωνία που βιώνει έντονα πολλαπλές κρίσεις;

Η οικογένεια μας προσδιορίζει και μας διαμορφώνει, καθώς μέσα από τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και βιώνουμε τις ανθρώπινες σχέσεις ξεκινώντας από τις οικογενειακές σχέσεις διαμορφώνουμε την ταυτότητά μας.



Γιώτσα, Α. (2003). Αξίες και συναισθηματική εγγύτητα των μελών της ελληνικής οικογένειας: Ερευνητικά δεδομένα. Στο βιβλίο των Α.Β. Ρήγα και συν. (Επιμ.), Το κουτί της Πανδώρας. Οικογένεια και η διαπολιτισμική της ταυτότητα σήμερα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Ρομπόκου- Καργιάννη, Α. (2003). Οικογένεια και κοινωνική πολιτική. Στο βιβλίο των Α.Β. Ρήγα και συν. (Επιμ.), Το κουτί της Πανδώρας. Οικογένεια και η διαπολιτισμική της ταυτότητα σήμερα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.