Η κοινωνική αναφορά αποτελεί έναν σημαντικό μηχανισμό μέσω του οποίου οι γονείς μεταδίδουν στα μεγαλύτερα βρέφη και στα νήπια πολιτισμικές αξίες, κοινωνικούς κανόνες και τρόπους συμπεριφοράς. Μέσα από την παρατήρηση των αντιδράσεων των ενηλίκων και τη συμμετοχή τους σε καθημερινές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, τα παιδιά αρχίζουν να κατανοούν τι θεωρείται αποδεκτό και κατάλληλο στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν. Παρόλο που σε αυτή την ηλικία συχνά έχουν έναν πιο περιορισμένο ή περιφερειακό ρόλο στην οικογενειακή και κοινοτική ζωή, η παρουσία τους στις κοινωνικές δραστηριότητες συμβάλλει ουσιαστικά στη σταδιακή κοινωνικοποίησή τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έρευνα της Barbara Rogoff και των συνεργατών της, οι οποίοι μελέτησαν τον τρόπο με τον οποίο οι ενήλικες βοηθούν τα νήπια να αποκτήσουν τις κατάλληλες κοινωνικές δεξιότητες σε τέσσερις διαφορετικές πολιτισμικές κοινότητες: σε μια κοινότητα Ινδιάνων Μάγια στη Γουατεμάλα, σε μια μεσοαστική κοινότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε ένα χωριό μιας φυλετικής κοινότητας στην Ινδία και σε μια μεσοαστική γειτονιά στην Τουρκία. Στόχος τους ήταν να διερευνήσουν πώς οι πολιτισμικές αντιλήψεις και οι καθημερινές πρακτικές κάθε κοινωνίας επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τα μικρά παιδιά μαθαίνουν να συμπεριφέρονται και να συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή.
Τα ευρήματα έδειξαν ότι η εκμάθηση της κοινωνικής συμπεριφοράς δεν πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω άμεσων οδηγιών ή συστηματικής καθοδήγησης από τους ενηλίκους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ενήλικες παρείχαν στα παιδιά συγκεκριμένες οδηγίες και πρακτική βοήθεια. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, τα παιδιά αποκτούσαν γνώσεις και δεξιότητες παρατηρώντας προσεκτικά τους ανθρώπους γύρω τους, μιμούμενα τις ενέργειές τους και συμμετέχοντας σταδιακά στις καθημερινές τους δραστηριότητες. Με αυτόν τον τρόπο, η μάθηση προέκυπτε φυσικά μέσα από την κοινωνική αλληλεπίδραση και την ενεργό παρουσία των παιδιών στο περιβάλλον τους.
Για παράδειγμα, τα νήπια συμμετείχαν συχνά στα οικογενειακά γεύματα, γεγονός που τους έδινε τη δυνατότητα να παρατηρούν τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσαν οι ενήλικες και τα μεγαλύτερα αδέλφια τους. Μέσα από αυτές τις εμπειρίες μάθαιναν να μιμούνται τις συνομιλίες, τις χειρονομίες και τις κοινωνικές συμπεριφορές των άλλων. Παράλληλα, η συμμετοχή τους συνοδευόταν συχνά από θετικά συναισθήματα, όπως η χαρά, η ευχαρίστηση και το γέλιο, τα οποία ενίσχυαν την επιθυμία τους να συμμετέχουν περισσότερο στις κοινές δραστηριότητες. Επιπλέον, ενθαρρύνονταν να αναλαμβάνουν μικρές πρωτοβουλίες που αναπαρήγαν τις συμπεριφορές των ενηλίκων, όπως το να σηκώνουν το ποτήρι τους για να συμμετάσχουν σε μια πρόποση.
Μέσα από τέτοιες καθημερινές εμπειρίες, τα παιδιά δεν αποκτούν απλώς συγκεκριμένες δεξιότητες, αλλά εσωτερικεύουν σταδιακά τις αξίες, τις συνήθειες και τους κανόνες του πολιτισμού τους. Μαθαίνουν να ερμηνεύουν τις κοινωνικές καταστάσεις, να αναγνωρίζουν τις προσδοκίες των άλλων και να διαμορφώνουν τη δική τους συμπεριφορά σύμφωνα με το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζουν. Ταυτόχρονα, η συμμετοχή τους στις δραστηριότητες των ενηλίκων ενισχύει την αυτονομία τους, καθώς αρχίζουν να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να αναπτύσσουν προσωπικές προτιμήσεις και να διαφοροποιούν σταδιακά τη συμπεριφορά τους από εκείνη των προσώπων που τα φροντίζουν. Επομένως, η κοινωνικοποίηση συνδέεται τόσο με την ένταξη του παιδιού στην πολιτισμική του κοινότητα όσο και με την ανάπτυξη της ανεξαρτησίας και της προσωπικής του ταυτότητας.
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο τρόπος φροντίδας και κοινωνικοποίησης των μικρών παιδιών διαφέρει σημαντικά από πολιτισμό σε πολιτισμό. Σε ορισμένες κοινωνίες, η καθημερινή φροντίδα τους δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των γονέων ή άλλων ενηλίκων, αλλά αναλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό από μεγαλύτερα παιδιά, ηλικίας περίπου πέντε έως δέκα ετών. Η πρακτική αυτή αναδεικνύει τον σημαντικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα αδέλφια και τα υπόλοιπα παιδιά της κοινότητας στη φροντίδα, στη μάθηση και στην κοινωνική ανάπτυξη των μικρότερων παιδιών. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη και η κοινωνικοποίηση δεν ακολουθούν έναν ενιαίο τρόπο σε όλες τις κοινωνίες, αλλά επηρεάζονται από τις πολιτισμικές αξίες, την οργάνωση της οικογενειακής ζωής και τις μορφές κοινωνικής συμμετοχής που επικρατούν σε κάθε κοινότητα.
Πηγή:
Dunn, W.L. & Craig, G.J. (2021). Κατανοώντας την ανάπτυξη του ανθρώπου. Εκδόσεις Παπαζήση.
Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου