Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Εγκληματολογική προσέγγιση του παραμυθιού «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα»



Η παιδική κακοποίηση αποτελεί το κεντρικό ζήτημα γύρω από το οποίο πλέκεται το συγκεκριμένο παραμύθι. Το κοριτσάκι παραμονή Πρωτοχρονιάς βρίσκεται στο δρόμο για να πουλήσει σπίρτα και ενώ κρυώνει δεν μπορεί να γυρίσει σπίτι, εξαιτίας του φόβου που βιώνει λόγω της κακοποίησης που υφίσταται από τους γονείς της και συγκεκριμένα από τον πατριό. Η μητέρα συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις είτε συμμετέχει στην κακοποίηση είτε παραμένει σιωπηλή με αποτέλεσμα να είναι σαν να συναινεί στην κατάσταση αυτή. 
 
Η φτώχεια και οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης αποτελούν βασικούς κοινωνικο- οικονομικούς παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν το άτομο στην εξαθλίωση, την περιθωριοποίηση ακόμη και το θάνατο. Το ορφανό και απροστάτευτο παιδί προσπαθεί να ανταπεξέλθει στα βάσανα της ζωής της και προσπαθεί να επιβιώσει. Είναι ένα θύμα της οικογένειάς της, που βιώνει ταυτόχρονα την κοινωνική αδιαφορία. Στο δρόμο όπου βρίσκεται κανείς δεν νοιάζεται να τη φροντίσει, να ενδιαφερθεί για αυτή ή να την μαζέψει στο σπίτι του. 

Το συγκεκριμένο παραμύθι τελειώνει με το θάνατο της μικρής, χωρίς όμως να αφήνει μια πικρία στο τέλος. Ο θάνατος του κοριτσιού παρουσιάζεται ως η λύτρωση, είναι ένας ευτυχισμένος θάνατος που παραδίδει τη μικρή στην αγκαλιά της γιαγιάς της, που ήταν και το μόνο πρόσωπο που τη αγαπούσε και δεν ήταν πλέον στη ζωή για να τη φροντίζει. Ο θάνατος λειτουργεί ως λύτρωση από τα βάσανα, και από την άθλια και μίζερη ζωή, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται ως η μόνη λύση στο συγκεκριμένο κοινωνικό πρόβλημα. 

Ο φόβος είναι ένας από τους λόγους που το κορίτσι επέλεξε να μείνει στον παγωμένο δρόμο παρά να γυρίσει στο σπίτι της. Επίσης, στο σπίτι η κατάσταση μπορεί να ήταν χειρότερη από αυτή που βίωνε στο σπίτι. Πολλές φορές, η συναισθηματική, ψυχολογική, λεκτική και σωματική βία είναι χειρότερη από τις συνθήκες που επικρατούν λόγω του καιρού. Η βία για το κορίτσι μάλλον ήταν χειρότερη από το κρύο και την πείνα. 

Το παραμύθι αυτό μπορεί να προκαλεί στον αναγνώστη θλίψη, μελαγχολία, αγανάκτηση και οργή για όσα βιώνει το κοριτσάκι. Ωστόσο, αν ήμασταν εκεί θα βρισκόμασταν ανάμεσα στους άλλους περαστικούς που δεν έδωσαν καμία σημασία. Ορισμένα κοινωνικά ζητήματα δεν θα ήταν τόσο έντονα, αν όλοι ήμασταν περισσότερο ευαισθητοποιημένοι. Η θυματοποίηση των παιδιών και άλλων κοινωνικά ευάλωτων ομάδων είναι συνήθως ένας φαύλος κύκλος, από τον οποίο τα άτομα δεν μπορούν να βγουν μόνα τους. Το ερώτημα είναι: που είναι όλοι οι υπόλοιποι; Είναι απλοί παρατηρητές ή ούτε καν παρατηρητές; Τις περισσότερες φορές ότι δεν μας αφορά άμεσα είτε το αγνοούμε είτε το παραβλέπουμε. 

Πρόκειται για ένα παραμύθι που θίγει δύο βασικά κοινωνικά ζητήματα –την παιδική κακοποίηση και τη φτώχεια-, ενώ ταυτόχρονα φέρει και συμβολικά στοιχεία που συνάδουν με τη φύση των παραμυθιών. Το κοριτσάκι βλέπει οράματα, τα οποία λειτουργούν ως ένας τρόπος διαφυγής από την άθλια και τραγική κατάσταση, στην οποία είναι αναγκασμένο να ζει, υποφέροντας από το κρύο, την πείνα και τη δυστυχία. Είναι ένα παραμύθι με κοινωνικό περιεχόμενο, που θέτει προβληματισμούς για σημαντικά κοινωνικά προβλήματα, αλλά δεν δίνει ή δεν προτείνει συγκεκριμένες λύσεις. Στόχος είναι περισσότερο ο προβληματισμός κυρίως μέσα από τις συνθήκες που βιώνει το κορίτσι, τις επιπτώσεις που έχει στην ίδια του τη ζωή, αλλά και τη συμπεριφορά των περαστικών. Η ψυχρότητα των περαστικών για τη φτώχεια και την εξαθλίωση των συνανθρώπων του και κυρίως των μικρών, απροστάτευτων, παιδιών, είναι ένα ζήτημα προς προβληματισμό. Η κοινωνική αναλγησία και η έλλειψη κοινωνικού κράτους, καθώς και οι αντιθέσεις που φτάνουν στο έπακρο ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς αποτελούν τα κύρια στοιχεία που αναδύονται από το συγκεκριμένο παραμύθι.
Οι σπίθες φλόγας είναι απλά μια μικρή ελπίδα, η οποία όμως δεν έχει καμία βάση, δεν στηρίζεται σε κάτι πραγματικό. Ωστόσο, αυτό που απομένει στον εξαθλιωμένο ή φτωχό είναι μόνο η ελπίδα για μια αλλαγή, για κάτι καλύτερο, για τη σωτηρία. Η ελπίδα συντηρείται μέσα από τα οράματα, όμως όταν όλα αυτά δεν έχουν μια πραγματική βάση κάποια στιγμή οι ελπίδες εξανεμίζονται και τα οράματα καταρρέουν, με ολέθριες σε ορισμένες περιπτώσεις συνέπειες. 

Το παραμύθι αυτό στοχεύει στο να συγκινήσει ή να ευαισθητοποιήσει τον αναγνώστη, τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά αλλά και ολόκληρη την κοινωνία, που είναι υπεύθυνη για την κοινωνική ανισότητα και την αδικία που επικρατεί στο κόσμο. Αν υπήρχε ένα άρτια σχεδιασμένο και εφαρμοσμένο κοινωνικό κράτος το κοριτσάκι, όπως και το κάθε άτομο που ανήκει σε μια ευάλωτη κοινωνική ομάδα, δεν θα έφτανε στο θάνατο ή ακόμη και στην καθημερινή εξαθλίωση. Στόχος του κοινωνικού κράτους είναι η ύπαρξη κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα φτάσουμε ποτέ στην εξάλειψη των ανισοτήτων. 

Η αδιάφορη στάση της κοινωνίας, αλλά και όλων των πολιτών, είναι εμφανής και την ημέρα που το κοριτσάκι βρέθηκε πεθαμένο και κάποιοι σχολίασαν το πώς γίνεται να πίστεψε ότι θα μπορούσε να ζεσταθεί με τα σπίρτα. Ο κυνισμός της κοινωνίας και η έλλειψη κατανόησης ενός ατόμου που βρίσκεται σε απόγνωση κυριαρχούν σε αυτό το σημείο του παραμυθιού. Η απανθρωπιά ξεκινάει από την οικογένεια και φτάνει μέχρι την κοινωνία. Πρόκειται για μια ατομικιστική κοινωνία, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκονται τα υλικά αγαθά, ενώ στόχος είναι η συσσώρευση αγαθών, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να μοιραστούμε τα υλικά αγαθά με άλλους. Επίσης, τα προβλήματα που δεν είναι δικά μας και θεωρούμε ότι ποτέ δεν πρόκειται να γίνουν δικά μας απλά δεν μας αγγίζουν. Κανείς από όλους αυτούς δεν μπήκε στη θέση αυτού του κοριτσιού, ούτε σκέφτηκε πως θα ένιωθε αν αυτό ήταν το δικό του παιδί. Η έλλειψη ενσυναίσθησης μας κάνει απόμακρους και σκληρούς. 

Η κοινωνική αδιαφορία και η σκληρότητα που εκφράζουν οι πολίτες και η κοινωνία στο σύνολό της προς τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους οδηγεί στην εξάπλωση της κοινωνικής αδικίας και της εξαθλίωσης. Ο θάνατος είναι η μόνη λύτρωση από τα βάσανα της ζωής, τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση του ανθρώπου.

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα είναι ένα παραμύθι πολύ σύγχρονο, καθώς αναδύει κοινωνικά ζητήματα, τα οποία σήμερα βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Η φτώχεια είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό θέμα της σύγχρονης Ελλάδας της οικονομικής κρίσης, καθώς πολλά παιδιά στερούνται βασικά αγαθά για την ανάπτυξής τους, ενώ το κράτος δεν κάνει κάτι για αυτό. 

Επίσης, ένα αρκετά σύγχρονο θέμα είναι η παιδική κακοποίηση. Η παιδική κακοποίηση, με όποια μορφή και αν εκδηλωθεί, έχει σημαντικές συνέπειες στην ψυχοσωματική, συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου. Η παιδική κακοποίηση σε συνδυασμό με την παιδική εργασία αποτελούν ένα στοιχείο που εμφανίζεται κυρίως συνδεδεμένο με τη φτώχεια, ενώ όλα αυτά έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη του παιδιού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μία από τις πιο εμφανείς μορφές κακοποίησης που φαίνεται πως υφίσταται το κοριτσάκι είναι η παραμέληση.

Η παραμέληση χαρακτηρίζεται από έλλειψη διατροφής, ιατρικής φροντίδας, ένδυσης, στέγασης, σχολικής φοίτησης ή παρακολούθησης και προσοχής του παιδιού. Η παραμέληση αφορά την έλλειψη ή την ανεπάρκεια των παραπάνω στοιχείων σε τέτοιο βαθμό ώστε να παραβλέπεται ή να τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η υγεία και η ανάπτυξη του παιδιού. Ένα παιδί θεωρείται παραμελημένο όταν έχει εγκαταλειφθεί ή όταν έχει αφεθεί χωρίς φροντίδα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η παιδική παραμέληση περιλαμβάνει διάφορους τύπους όπως σωματική, εκπαιδευτική, συναισθηματική ή ιατρική παραμέληση. Τα παραμελημένα παιδιά νιώθουν μια διαρκή πείνα και κόπωση, συνήθως δεν έχουν καμία επιτήρηση στο σπίτι, παρουσιάζουν κακή σωματική υγιεινή και κατάσταση ένδυσης, η φροντίδα τους είναι ανεπαρκής, εμφανίζουν χρόνια προβλήματα υγείας, καθώς και προβλήματα στο σχολείο, έλλειψη κοινωνικών σχέσεων, αντικοινωνική συμπεριφορά, χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοκαταστροφικές τάσεις.

Ένα ακόμη είδος κακοποίησης που υφίσταται είναι η σωματική κακοποίηση, καθώς αναφέρεται ότι αν επιστρέψει στο σπίτι χωρίς να πουλήσει τα σπίρτα θα υπάρξουν ξυλοδαρμοί από τον πατριό της. Η σωματική κακοποίηση περιλαμβάνει τραυματισμούς ή κακώσεις του παιδιού, ενώ παρουσιάζονται διαφοροποιήσεις ως προς τη σοβαρότητα αλλά και ως προς την ηλικία του παιδιού. Οι κακώσεις μπορεί να είναι μία ή περισσότερες και η κακοποίηση να γίνεται συχνά ή σε τακτά χρονικά διαστήματα. Οι κακώσεις γίνονται συνήθως στο κεφάλι, τα άκρα και σε άλλα ακάλυπτα μέρη του παιδιού. Πρόκειται για κακώσεις που δεν γίνονται τυχαία στο παιδί, αλλά προκαλούνται από κάποιο άτομο, συνήθως από άτομο που έχει αναλάβει τη φροντίδα του παιδιού. Οι κακώσεις περιλαμβάνουν εκδορές, μώλωπες, εγκαύματα, κατάγματα, ενώ μπορεί να φτάσουν μέχρι σοβαρότερες καταστάσεις όπως αιματώματα ακόμη και πρόκληση θανάτου.

Ένα ακόμη είδος κακοποίησης του κοριτσιού είναι η ψυχολογική κακοποίηση που περιλαμβάνει ένα σύνολο πράξεων και συμπεριφορών που στοχεύουν στον ψυχισμό του παιδιού, με βασικά στοιχεία την απόρριψη, την απομόνωση, την εκμετάλλευση, την υποτίμηση, τη συναισθηματική κατάπτωση και άλλες κοινωνικά αποκλίνουσες πράξεις. Η ψυχολογική κακοποίηση του παιδιού περιλαμβάνει συνήθως τη συνεχή υποτίμηση ή απόρριψη του παιδιού, ή τον χαρακτηρισμό ή αντιμετώπιση του παιδιού ως ‘αποδιοπομπαίου τράγου’ από τα άτομα που το φροντίζουν. Επίσης, μπορεί να περιλαμβάνει υβριστική συμπεριφορά ή ψυχολογική τρομοκρατία, εγκλεισμό ή συνεχείς τιμωρίες του παιδιού που μπορεί να έχουν ολέθριες επιπτώσεις στη συναισθηματική και ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού.

Το συγκεκριμένο παραμύθι εστιάζει σε κοινωνικά θέματα και αναφέρεται σε μια πολύ παλαιότερη εποχή. Ωστόσο, το περιεχόμενο του παραμυθιού και τα κοινωνικά ζητήματα που θίγει είναι σύγχρονα περισσότερο από ποτέ, καθώς στη σημερινή εποχή είναι αρκετά τόσο τα περιστατικά της φτώχειας και της παιδικής εργασίας όσο και τα περιστατικά παιδικής κακοποίησης. Οι προβληματισμοί που δημιουργεί το παραμύθι είναι έντονοι και τουλάχιστον ευαισθητοποιούν τον αναγνώστη σε θέματα που μπορεί ο καθένας να συναντήσει μέσα στην καθημερινότητά του.

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Αμυντική απαισιοδοξία



Η αμυντική απαισιοδοξία είναι μια στρατηγική που μπορεί να βοηθήσει τους αγχωμένους ανθρώπους να χαλιναγωγήσουν το στρες και να το μετατρέψουν σε πλεονέκτημα αντί να αποτελεί εμπόδιο στη ζωή τους.

Οι αμυντικοί απαισιόδοξοι περιμένουν τα χειρότερα και περνούν αρκετό χρόνο και ενέργεια κάνοντας τα χειρότερα σενάρια στο μυαλό τους και βρίσκοντας τρόπους να αντιδράσουν. Αυτό αφορά όλες τις καταστάσεις που πιστεύουν ότι θα πάνε στραβά. Με αυτό τον τρόπο, νιώθουμε ότι έχουμε τον έλεγχο πάνω στα πράγματα και ότι μπορούμε να βρούμε τρόπους να παρέμβουμε. Φοβόμαστε πάρα πολύ την απογοήτευση και ματαίωση που θα νιώσουμε αν σκεφτούμε ότι θα είμαστε απροετοίμαστοι απέναντι σε ένα επερχόμενο γεγονός. Η αμυντική απαισιοδοξία λειτουργεί προστατευτικά για κάποιους ανθρώπους. Δεν μπορούμε όλοι να είμαστε αισιόδοξοι, δεν μπορούμε όλοι να υιοθετήσουμε και να ακολουθήσουμε μια θετική στάση απέναντι στα πράγματα. 

Η αμυντική απαισιοδοξία είναι μια στρατηγική που μπορεί να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τις αγχωτικές σκέψεις αντί να τις αγνοούμε ή να νιώθουμε ότι μας πνίγουν. Πρόκειται δηλαδή για ένα τρόπο που μας κάνει να αντιμετωπίσουμε ή να διαχειριστούμε καλύτερα το άγχος που βιώνουμε ή τους φόβους που έχουμε.

Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν λειτουργούμε, ούτε σκεφτόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Για αυτό κάποιες φορές είναι καλό να προσαρμοστούμε στον τρόπο σκέψης μας. Αν γενικά έχουμε μια τάση για απαισιοδοξία, ας σκεφτούμε μήπως τελικά μπορούμε να εκμεταλλευτούμε αυτή την απαισιοδοξία και να τη χρησιμοποιήσουμε για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από το άγχος και τις φοβίες. Σίγουρα είναι πιο βοηθητικό να αντιμετωπίσουμε παρά να αγνοήσουμε τα αρνητικά μας συναισθήματα, μετατρέποντας το άγχος από αρνητικό σε ένα παραγωγικό και δημιουργικό συναίσθημα. 


Η αλήθεια είναι πως η προδιάθεση του ατόμου για αισιοδοξία ή απαισιοδοξία είναι λίγο δύσκολο να αλλάξει. Επομένως, από το να προσπαθούμε να πετύχουμε μια αλλαγή θα μπορούσαμε να εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στην αναγνώριση της προδιάθεσής μας και να προσαρμοστούμε στα υπάρχοντα δεδομένα. Κανείς δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόλυτα αισιόδοξος ή απαισιόδοξος. Αυτό εξαρτάται από τις συνθήκες, τις καταστάσεις, τη φάση της ζωής μας, τους άλλους γύρω μας, τον τρόπο σκέψης καθώς και τον τρόπο που έχουμε δει ότι μας προστατεύει. 

Ίσως μας βοηθάει περισσότερο ή μας καθησυχάζει να σκεφτόμαστε ότι περιμένουμε τα χειρότερα, να ανησυχούμε για την τροπή των πραγμάτων, να εξετάζουμε προσεκτικά όλες τις πιθανές εκβάσεις, ενώ μπορεί να φοβόμαστε ότι δεν θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στους σκοπούς και τους στόχους μας. 

Κάποιους ανθρώπους η απαισιοδοξία δεν τους κάνει να παρατήσουν κάτι που τους αγχώνει. Αντίθετα, τους οδηγεί σε μεγαλύτερη προσπάθεια για να τα καταφέρουν. Μπορεί η ενασχόληση με την εύρεση πολλών διαφορετικών τρόπων για ένα πρόβλημα να τους βγει σε καλό, γιατί έτσι θα είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν απρόσμενες καταστάσεις.

Σίγουρα ο απαισιόδοξος έχει δίκιο τις περισσότερες φορές, όμως ο αισιόδοξος περνάει καλύτερα.  (Ρόμπερτ Χάινλαϊν)

Εικόνα του εαυτού- αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση στην τρίτη ηλικία...



Η εικόνα του εαυτού αφορά το πώς εμείς οι ίδιοι βλέπουμε τον εαυτό μας εσωτερικά και εξωτερικά. Πρόκειται για μια εικόνα που εμείς τη διαμορφώνουμε κι εμείς οι ίδιοι τη διατηρούμε. Μεγαλώνοντας αυτή η εικόνα αλλάζει, ενώ σε αυτό συμβάλλουν και οι κοινωνικές πεποιθήσεις. Τι περιμένουμε, τι θεωρούμε ότι περιμένουμε και τι εικόνα έχουμε πριν ακόμη φτάσουμε στην τρίτη ηλικία;



Άμεσα συνδεδεμένα με την εικόνα του εαυτού είναι η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθηση, που ακολουθούν μια πορεία που επηρεάζεται από την ηλικία και τα εξωτερικά και εσωτερικά στοιχεία του εαυτού μας. Για να αναπτύξουμε μια θετική εικόνα του εαυτού, σε όποια ηλικία και αν είμαστε, είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε τα δυνατά και αδύνατα σημεία μας, να έχουμε ρεαλιστικές προσδοκίες από τον εαυτό μας, να εστιάσουμε την προσοχή μας σε μικρές καθημερινές επιτυχίες, να αγαπάμε τον εαυτό μας, να ανακαλύπτουμε δραστηριότητες που μας ευχαριστούν, να αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης των πραγμάτων γύρω μας…

Η αυτοεκτίμηση αναφέρεται στη συναισθηματική πλευρά του ατόμου και σχετίζεται με την άποψη του ατόμου για την αξία του ως άτομο. Επηρεάζεται από τις φιλοδοξίες, επιδιώξεις και τις υποκειμενικές αξιολογήσεις του ατόμου σχετικά με την επίτευξη ή όχι των επιδιωκόμενων στόχων του. Αφορά την θετική ή αρνητική στάση του ατόμου απέναντι στον εαυτό. Η αυτοπεποίθηση αφορά τη συμπεριφορά του ατόμου καθώς το άτομο θεωρεί ότι μπορεί να τα καταφέρει. 

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα στην προσωπική, κοινωνική ή επαγγελματική ζωή του ατόμου, ενώ ταυτόχρονα τα προβλήματα αυτά οδηγούν σε μείωση της αυτοπεποίθησης και αυτοεκτίμησης.  

Κατά τη διάρκεια της τρίτης ηλικίας, η αυτοεκτίμηση θεωρείται ότι μειώνεται αισθητά, καθώς υπάρχουν αλλαγές τόσο στο σώμα όσο και σε κοινωνικό επίπεδο (απομόνωση). Ωστόσο, σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει με ποιο τρόπο ο καθένας προσεγγίζει τα γηρατειά. Θεωρείται ότι καθοριστική είναι η προσωπικότητα του ατόμου, ενώ ο καθένας βιώνει τα γηρατειά ανάλογα με το πώς έζησε. Ο βασικός στόχος είναι να συμφιλιωθούμε με το χρόνο που έχει περάσει, ενώ μέσα από την πείρα της ζωής μπορούμε να προσαρμοστούμε και να αποδεχθούμε αυτές τις αλλαγές. Το άτομο μέσα από την εσωτερική ανάπτυξη και ωρίμανση μπορεί να αντιμετωπίσει με καλύτερο τρόπο την εμφάνιση δυσκολιών και αλλαγών. Ωστόσο, σε περίπτωση εμφάνισης μιας αναπηρίας ή ασθένειας κλονίζεται τόσο η ψυχολογία μας όσο και η εικόνα του εαυτού, με αποτέλεσμα να βιώνουμε μια απειλή του εαυτού μας και της ζωής μας. Για να μην κλονιστεί η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθησή μας θα πρέπει να ανακαλύψουμε κομμάτια του εαυτού μας που παραμένουν δυνατά και μπορούν να μας βοηθήσουν. 

Τα γηρατειά είναι μια έννοια που από μικρή ηλικία μας προκαλεί φόβο. Ωστόσο, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής μας, χαρακτηρίζονται από αλλαγές και ελλείμματα, στα οποία καλούμαστε να προσαρμοστούμε. 

Ο φόβος της επικείμενης γήρανσης συνδέεται με πλήθος ψυχολογικών προβλημάτων και κυρίως με την κατάθλιψη. Οι αλλαγές στον οργανισμό με την πάροδο της ηλικίας μπορούν να ταξινομηθούν σε μεταβολές στο γνωστικό τομέα, στην προσωπικότητα και στην προσαρμογή. Όσον αφορά τον πρώτο, παρατηρείται αδυναμία πρόσκτησης νέας γνώσης, η οποία όμως δεν ισχύει, εφόσον τα καινούρια ερεθίσματα αναφέρονται σε δεξιότητες, που ήδη κατείχε το άτομο. 

Αν και τα σημάδια της γήρανσης είναι ορατά εξωτερικά, το άτομο έχει πολλά κέρδη λόγω της ώριμης σκέψης. Εμφανίζει αυξημένη κρίση, παγιωμένοι και τελειοποιημένοι νοητικοί χάρτες, ικανότητα πρόβλεψης των μελλοντικών δράσεων, αυξημένη συναισθηματική νοημοσύνη, βαθιά επεξεργασία των πληροφοριών, εξισορρόπηση των αμυνών και ρεαλιστικές προσδοκίες. Η αυτοεκτίμηση εξαρτάται από την κοινωνική σύγκριση, από τη δυνατότητα ελέγχου των γεγονότων της ζωής και από την αυτοαξιολόγηση, τη διαφορά δηλαδή μεταξύ του ιδεατού και πραγματικού εαυτού.   


Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος

Γιατί παραμένουμε σε μια κακοποιητική σχέση;



 
Ας καθορίσουμε πρώτα τι σημαίνει κακοποιητική σχέση. Μιλάμε για οποιαδήποτε σχέση είναι βλαπτική για εμάς τους ίδιους περιλαμβάνοντας οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης, όπως είναι οι πιο εμφανείς μορφές κακοποίησης, σωματική, συναισθηματική, λεκτική κακοποίηση, αλλά και οι πιο ύπουλες και δύσκολα παρατηρήσιμες μορφές κακοποίησης, όπως η υποτίμηση, ο υποβιβασμός, η μείωση, η απόρριψη, η έντονη αδιαφορία. 
  

Οι σχέσεις που έχουν μια χρόνια μορφή κακοποίησης συνήθως είναι δύσκολο να παρατηρηθούν και να χαρακτηριστούν ως κακοποιητικές από το ίδιο το άτομο. Όλα ξεκινούν σιγά- σιγά, σταδιακά, με αποτέλεσμα να τα εντάσσουμε εύκολα στο σύστημα πεποιθήσεων που ήδη διαθέτουμε. Έτσι, όταν φτάσουμε κάποια στιγμή που η σχέση αυτή κάνει πραγματικά κακό στον εαυτό μας μπορεί να μην είμαστε καν σε θέση να το παρατηρήσουμε. Μπορεί να μην θέλουμε ή να αποφεύγουμε να δούμε την πραγματικότητα. Όμως, η αλήθεια είναι πως πάντα όλο και κάποιες ενδείξεις έχουμε. Εκτός από τις αναφορές των άλλων γύρω μας, που πολλοί απορούν γιατί μένουμε σε αυτή τη σχέση, υπάρχουν κάποια ερωτήματα, προβληματισμοί και ανησυχίες και στο δικό μας το μυαλό. 

Αυτό που μας προβληματίζει περισσότερο και στο οποίο θα πρέπει να δώσουμε μία απάντηση πρώτα στον ίδιο μας τον εαυτό είναι γιατί μένουμε σε αυτή τη σχέση; Οι άνθρωποι που δεν το έχουν βιώσει ποτέ ίσως απορούν περισσότερο από όλους τους άλλους στο γιατί ένα άτομο δεν φεύγει μέσα από μια κακοποιητική σχέση. Δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί είναι τόσο δύσκολο να σπάσουν τα δεσμά αυτής της σχέσης.

Οι λόγοι παραμονής σε μια τέτοια σχέση ποικίλουν και διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Μερικοί από αυτούς θα μπορούσαν να σχετίζονται με συναισθήματα που βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, όπως:

Ο φόβος: ο φόβος της μοναξιάς, ο φόβος της αντίδρασης, ο φόβος μιας λάθος απόφασης. Τι θα γίνει αν αποφασίσω να φύγω από αυτή τη σχέση, τι θα γίνει αν μ’ απειλήσει, τι θα γίνει αν μείνω για πάντα μόνος; Το μετά μας φαίνεται ένα χάος, που πείθουμε τον εαυτό μας ότι δεν μπορούμε να διαχειριστούμε.

Θεωρούμε την κακοποίηση ως φυσιολογική: πως είναι μια υγιής σχέση; Μήπως κάπως έτσι μεγαλώσαμε και στην οικογένεια μας; Μήπως ήταν πολύ απορριπτικός ή επικριτικός ο ένας ή και οι δύο γονείς; Μήπως πάντα επιτρέπαμε στους άλλους γύρω μας να μας υποτιμούν, να μας υποβιβάζουν, να μην μας υπολογίζουν; Μήπως και οι προηγούμενες σχέσεις μας ήταν τέτοιες; Και μήπως τελικά πιστεύουμε ότι μόνο τέτοιες σχέσεις μπορούμε να κάνουμε και ότι μόνο τέτοιοι άνθρωποι μας αξίζουν;

Η αμηχανία: μήπως μου είναι πιο δύσκολο να παραδεχθώ αυτό που βιώνω και να πάρω την ευθύνη της απόφασης παρά να βιώνω όλο αυτό; μήπως δυσκολεύομαι να παραδεχθώ αυτό που βιώνω όλα τα χρόνια; Νιώθω ότι αν τελικά το παραδεχθώ είναι σαν να γκρεμίζω όλο μου τον κόσμο, σαν να διαψεύδω τον ίδιο μου τον εαυτό και τις επιλογές μου; Και αφού τόσο καιρό άντεχα γιατί να μην μπορώ να συνεχίσω να αντέχω όλο αυτή την κατάσταση;

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση: μέσα σε μια κακοποιητική σχέση, ακόμη και να είχαμε ίχνη αυτοεκτίμησης, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα έχουν εξαφανιστεί. Εξάλλου, αυτή είναι η δουλειά του άλλου, να μας υποτιμά και να μας κατηγορεί για κάθε δεινό αυτής της σχέσης, ενώ μπορεί να έχουμε φτάσει να πιστεύουμε ότι ακόμη και αυτό που βιώνουμε είναι προϊόν της δικής μας συμπεριφοράς, εμείς προκαλούμε τον σύντροφό μας να μας συμπεριφέρεται έτσι. Σίγουρα κάτι κάνω λάθος. Και οι ενοχές κάνουν διαρκώς όλο και πιο αισθητή την παρουσία τους…

Η αγάπη: τον αγαπώ και θα κάνω υπομονή μέχρι να αλλάξει. Τι γίνεται αν από την αρχή βλέπω ότι πολλά πράγματα δεν είναι και τόσο φυσιολογικά στη συμπεριφορά του συντρόφου μου, αλλά λειτουργώ με τη σκέψη ότι θα αλλάξει, ότι θα βελτιωθεί, ότι θα γίνει καλύτερος; Καταλήγουμε να ελπίζουμε… πείθοντας τον εαυτό μας ότι παραμένουμε στη σχέση γιατί αγαπάμε τον άλλο. Πόσο απέχει η αγάπη από τη συνήθεια; Και τι είναι η αγάπη; Και που είναι η αγάπη του άλλου όταν έχει μια τόσο κακοποιητική συμπεριφορά απέναντί μας;

Άλλοι λόγοι παραμονής σε μία κακοποιητική σχέση συνδέονται με την πίεση που νιώθουμε, όπως:
Κοινωνική πίεση: τι θα πούμε σε φίλους, οικογένεια και περιβάλλον; Κι αν μας ρωτήσουν τόσα χρόνια πως ήταν τα πράγματα; Τι θα απαντήσουμε; Με τι θρησκευτικά ή πολιτισμικά πιστεύω έχουμε μεγαλώσει; Τι μας έχουν μάθει;

Λόγω παιδιών ή εγκυμοσύνης: ας μεγαλώσουν τα παιδιά για να μην τα δημιουργήσουμε τραύματα και αποφασίζω τι θα κάνω; Τελικά, τη δικαιολογία αυτή τη λέμε στα παιδιά ή στον εαυτό μας; 

Δυσπιστία του περιβάλλοντος: μήπως ο σύντροφός μας έχει μία τόσο καλή συμπεριφορά απέναντι στους άλλους που κανείς δεν πρόκειται να μας πιστέψει; Και γιατί πρέπει να έχουμε την ανάγκη να μας πιστέψουν οι άλλοι; Την αλήθεια την ξέρουμε εμείς κι αυτό φτάνει.

Που θα πάω: στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αφορά τον οικονομικό παράγοντα, αλλά τον συναισθηματικό. Νιώθω τόσο αδύναμος να φύγω από αυτή τη σχέση. Δεν έχω πουθενά να πάω, δεν έχω κανέναν να ζητήσω βοήθεια. Το συναίσθημα της αδυναμίας μπορεί να είναι πολύ ισχυρό και να καλύπτει κάθε απόπειρα εμφάνισης της λογικής.
Και πόσο πιο δύσκολη γίνεται η κατάσταση όταν μέχρι να πάρω μια απόφαση εμφανιστεί κάποιο πρόβλημα υγείας στο σύντροφο; Πόσο πιο δύσκολο είναι πάρουμε την απόφαση να φύγουμε από μια τέτοια σχέση;


Είναι σημαντικό να έχουμε γύρω μας ανθρώπους –φίλους ή οικογενειακό περιβάλλον- που μπορεί να είναι υποστηρικτικοί. 

Ένα ακόμη ερώτημα είναι πως μπορούμε να βοηθήσουμε κάποιον άλλο που βρίσκεται σε μια κακοποιητική σχέση; Ακούμε, είμαστε κοντά στο άτομο, προσπαθούμε να το κατανοήσουμε, να το στηρίξουμε, να καταλάβουμε ότι δεν είναι εύκολο για το ίδιο το άτομο να φύγει, συζητάμε για τις εναλλακτικές που έχει, όμως ΔΕΝ ΤΟ ΚΡΙΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ… Προφανώς για το ίδιο το άτομο είναι δύσκολο να πάρει οποιαδήποτε απόφαση ή ακόμη και να δει την πραγματική κατάσταση, το σεβόμαστε αυτό.

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος