Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022

Reading: "All Families Are Psychotic"

The novel, entitled "All Families Are Psychotic", is the seventh novel by Douglas Coupland, and it was published in 2001. As the title suggests, this novel is a fantastic story of the dysfunctional Drummond family from Vancouver, where after many years of removal the members of this family will be reunited. The reason for the reunion is the huge success of daughter Sarah, who despite her disability caused by the administration of thalidomide to her mother during pregnancy, works at NASA and was to be "launched" into space as a cosmonaut!


 

A disability as severe as in the case of Sarah, who was born without an arm, we realize that it has adverse psychosomatic and emotional consequences for the person herself, especially when she knows that her life would be very different if her mother had not taken thalidomide. The cause of her disability is specific, in the sense that it has a name, also someone is responsible for her condition. The psychological state of people who have caused their own disability is very different, as they put the blame on themselves, than the case of people like Sarah who know that they are not responsible for their disability, as they focus their criticism on their situation to others and this can affect in a very negative way their relationship with beloved or very close people and keen to them, such as the mother or even the father. In fact, when there are siblings in the family, the comparison is more direct and the question that the sufferer must manage is: "why me?". Coupland creates a heroine who, despite her problem, does not give up, but is focused on her science, holds a doctorate and is ready for the most important moment in her career.

 

Coupland, in addition to the sensitive issue of disability, raises another issue that also affects the psychosomatic condition of the individual, and even more back then, the time the book was written where the treatment was not as successful as today. There are three characters with AIDS, mother Janet and her son Wade, as well as Nicky, father Ted's second wife, who had sex with Wade at an airport without knowing he was her legally adopted son. When Ted discovers that there was an "incestuous" encounter, he causes a major incident. In general, Ted is an abusive figure towards his sons, with whom he was always indignant, while towards his daughter he maintains an attitude of "worship" and unlimited sympathy since childhood. Ted is an alcoholic and therefore tyrannical and violent and sees his wife Nicki as a trophy.


We should not forget to note that a disease such as AIDS is not easily manageable, as the person struggles for a long period of time and in some cases it takes years until s/he manages to accept the special condition in which s/he is now and also gradually emerge issues that at first glance are not visible or conspicuous such as: "who would fall in love with a person with AIDS?" Fortunately, for Wade in a support group for people with infectious diseases, he met Beth, who as a former drug addict thought she had AIDS, which was not the case and eventually married her.

 

Brian, on the other hand, is the "stupid" child of the family, who always gets into troubles and is always entangled. Brian is in a relationship with Shw, whose parents had allowed her to choose her name at the age of 16, and because she hated vowels, she chose to call her that way. She became pregnant by Brian and is now in the dilemma of having an abortion or selling her child?

 

Things get even more complicated in this novel, especially from the point where Norm, Wade's occasional employer, is introduced to the plot. Norm is in possession of Lady Di's last letter and has found a buyer from the Bahamas, Florian, who is unscrupulous in getting what he wants. Coupland is a master at creating ruthless, uncivilized and without a trace of education characters, as well as stories set in mysterious or “bizarre” areas of America, such as Daytona Beach.

 

In this novel of Coupland, we find that the characters he has constructed meet one another under the most unusual coincidences, but deep down everyone is looking for truth and happiness. Coupland, describing characters that cover the spectrum of life of two generations of adults, makes some very apt remarks about life in general, where every action has its consequences, and nothing is so simple or so easy. Middle-aged Janet, evaluating her past, wonders what she has accomplished in her life so far, trying, albeit belatedly, to get out of her microcosm and spread her wings, while her children notice that they are unhappy anyway, they are in a dialogue with their identities, feeling that they have submitted to the roles imposed on them by society. The characters, then, deal with existential issues such as illness, death, addiction, bad family relationships, but also the complexity and wickedness of the world around them.


Τhe reader will surely look back on his/her own family, on whether and to what extent s/he is close or far from the other members, if there has been so much distance and alienation that something extraordinary will have to happen to them so as to bring them close again. Eventually, the reader will wonder about what a family is and how one member's expectations for the other shape the choices and route of each individual, but also all together, as a whole or a system, just like the system of communicating vessels. Eventually, even if each and every member has taken a different path, even when the family seems to have dispersed, there will always be thoughts of each other to fill in any gaps. In the end, more or less, with or without exaggeration, is it possible our family to be also psychotic?

 

Douglas Coupland. (2001). All Families Are Psychotic. Pilgrim Reader Books.

 

Kouravanas Nicholas- Papadopoulou Eleni, Psychologist,  MSc.

 

 

Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Διαβάζοντας: Θρησκεία και Ψυχιατρική, Irvin D. Yalom

Το εν λόγω βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ, είναι ένα δοκίμιο το οποίο γράφτηκε με αφορμή την ομιλία του για τη βράβευσή του με το βραβείο Όσκαρ Πφίστερ, από την Ψυχιατρική Εταιρεία. Ο Γιάλομ όταν κλήθηκε από τον Δρ. Χάρντινγκ για να βραβευτεί τον Μάιο του 2000, είχε ξαφνιαστεί και του απάντησε: «Είστε βέβαιος; Το ξέρετε ότι εγώ θεωρώ τον εαυτό μου άθεο;». Οπότε, τα λόγια της διάλεξής του περιλαμβάνουν την επιστημονική προσέγγιση για το θέμα. Στο σημείο αυτό θα παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα που μας έκαναν εντύπωση.


 

«…οι κεντρικές πεποιθήσεις και οι βασικές πρακτικές προσεγγίσεις της ψυχοθεραπείας και της θρησκευτικής παρηγοριάς βρίσκονται συχνά στους αντίποδες».

«Ο Σοπενάουερ μας υπενθυμίζει ότι η θρησκευτική πίστη, αν πρόκειται να ανθίσει, πρέπει να φυτευτεί και να ριζώσει στην παιδική ηλικία. Επί λέξει: Η δυνατότητα για πίστη είναι ισχυρότερη στην παιδική ηλικία. Γι’ αυτό και οι θρησκείες καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια, πριν από οτιδήποτε άλλο, στο να περιλάβουν στην κυριότητά τους αυτές τις τρυφερές ηλικίες».

«Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι η θρησκευτική και η επιστημονική κοσμοθεωρία είναι ασύμβατες – με έβρισκε σύμφωνο η μεταφορά του Σοπενάουερ ότι η θρησκεία είναι μια πυγολαμπίδα που φαίνεται μόνο τη νύχτα».

«Ήμουν και παραμένω – αχόρταγος αναγνώστης μυθιστορημάτων. Η εφηβεία μου σημαδεύτηκε από τους μυθιστοριογράφους που διερεύνησαν θεμελιώδη ζητήματα γύρω από το θάνατο, το νόημα, την ελευθερία και τις σχέσεις – ιδίως από τους μεγάλους Ρώσους και Γάλλους υπαρξιστές συγγραφείς».

«Με γοήτευσαν ιδιαίτερα οι προσωκρατικοί, οι στωικοί, ο Λουκρήτιος, ο Σοπενάουερ, ο Σάρτρ, ο Καμύ, ο Χάιντεγκερ, ο Νίτσε, ο Κορλί Λαμόν και ο Σανταγιάνα».

«Η υπαρξιακή ψυχοθεραπευτική προσέγγιση υποστηρίζει ότι η εσωτερική σύγκρουση που μας καταδυναστεύει δεν προέρχεται μόνο από την πάλη μας με καταπιεσμένες ενστικτώδεις ορμές ή με εσωτερικευμένες αναπαραστάσεις σημαντικών ενηλίκων της παιδικής μας ηλικίας ή με θραύσματα από λησμονημένες τραυματικές αναμνήσεις, αλλά επίσης από την αναμέτρησή μας με τα «δεδομένα» της ύπαρξης». 


 

«Τέσσερις έσχατες έγνοιες, όπως τις βλέπω εγώ, σχετίζονται πολύ στενά με την ψυχοθεραπεία: ο θάνατος, η μοναξιά, η ανάγκη νοήματος και η ελευθερία. Αυτά είναι τα τέσσερα ζητήματα που σχηματίζουν τη ραχοκοκαλιά του βιβλίου μου στα οποία θα αναφερθώ διεξοδικά στη συνέχεια».

«…τόσο οι θεραπευτές, όσο και οι θεραπευόμενοι – είναι μοιραίο να βιώσουμε όχι μόνο τη χαρά της ζωής, αλλά και το αναπόφευκτο σκοτάδι της: την απομυθοποίηση, τα γηρατειά, την αρρώστια, τη μοναξιά, την απώλεια, την έλλειψη νοήματος, τις οδυνηρές αποφάσεις και το θάνατο».

«Όπως έγραψε πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια ο προσωκρατικός φιλόσοφος Ξενοφάνης, αν τα λιοντάρια μπορούσαν να ζωγραφίσουν, ο θεός τους θα είχε τη δική τους μορφή».

«Οι περισσότερες κλινικές και θεωρητικές αναζητήσεις που προσπαθούν να δώσουν στέρεες και ικανοποιητικές απαντήσεις στο νόημα της ζωής καταλήγουν στον ηδονισμό, τον αλτρουισμό, την αφοσίωση σε κάποιο αγώνα, την παραγωγικότητα, τη δημιουργικότητα, την αυτοπραγμάτωση».

«Ο Φρόυντ περιγράφει τον αμυντικό μηχανισμό της ‘μόνωσης’ σαν μια διαδικασία διαχωρισμού του συναισθήματος από την ανάμνηση κάποιου δυσάρεστου γεγονότος και τη διακοπή των συνειρμών που συνδέονται με το γεγονός αυτό, έτσι που να απομονώνεται από τις φυσιολογικές διαδικασίες της σκέψης». 


 

«Οι ψυχοθεραπευτές έχουν να μάθουν πολλά από τον Νίκο Καζαντζάκη, τον συγγραφέα τόσων δοξαστικών για τη ζωή έργων, όπως ο Ζορμπάς και ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Ο Καζαντζάκης ήταν, όπως ο Νίτσε, ένας αντι – θρησκευτικός θρησκευόμενος και ο τάφος του φέρει την επιγραφή ‘Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος’. Μ’ αρέσει πολύ η φράση του στην Αναφορά στον Γκρέκο: ‘Να μην αφήσω στο Χάρο τίποτα να μου πάρει – μονάχα λίγα κόκαλα’. Είναι ένας καλός οδηγός για τη ζωή μας – και για το έργο μας στην ψυχοθεραπεία». –

Βεβαίως, τα παραπάνω αποσπάσματα μπορούν να δώσουν μια ιδέα για το ύφος και το περιεχόμενο της διάλεξης του Γιάλομ, όμως ως αποσπάσματα δεν επιτρέπουν να απολαύσει κανείς τη νοηματική σύνδεση όσων αναφέρει και βεβαίως υπάρχουν άλλα τόσα που λόγω οικονομίας χώρου δεν αναφέραμε. Σίγουρα πρόκειται για ένα βιβλίο που μας δίνει αρκετές πληροφορίες για τη σκέψη του Γιάλομ, την υπαρξιακή προσέγγιση και οπωσδήποτε τις διαφοροποιήσεις, αλλά και τα σημεία επαφής της θρησκείας και της ψυχιατρικής. Θα λέγαμε ότι είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσετε. Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση!

 


Θρησκεία και Ψυχιατρική, Irvin D. Yalom, μτφρ. Ε. Ανδριτσάνου – Γ. Ζέρβας, Εκδόσεις Άγρα, 2003.

 

Κουραβάνας Νικόλαος, Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

 

Δευτέρα 23 Μαΐου 2022

Πώς αισθάνεται το παιδί μετά το διαζύγιο;

«Θα περίμενε κανείς ότι ο χωρισμός των γονέων, έστω κι αν είναι δύσκολο να τον αντέξει ένα παιδί, έχει τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα: το ανακουφίζει από το βάρος των φιλονικιών και θέτει τέρμα σε μια καταστροφική οικογενειακή ζωή που το κάνει να υποφέρει. Όμως, στην πραγματικότητα, τίποτα δεν είναι τόσο απλό… και τα παιδιά σπάνια ανακουφίζονται από ένα διαζύγιο.


 

Δεν υπάρχει δυσκολότερο πράγμα από το να αποφασίσει κανείς να χωρίσει μια μέρα από τον άντρα ή τη γυναίκα που αγάπησε και έχει αποκτήσει παιδιά. Το αίσθημα της λίγο ή πολύ ολοκληρωτικής αποτυχίας, ο φόβος της μοναξιάς, ο ίλιγγος μπροστά σε ένα μέλλον που πρέπει να ξαανφτιάξουν από την αρχή, η μεγάλη ενοχή για τον πόνο που προκαλούν στον άλλο, η δυσκολία να αρνηθούν την ιδέα μιας οικογένειας ενωμένης και να επιβάλουν αυτόν τον πόνο στα παιδιά… Όλα συγκλίνουν στο να αποτρέψουν τους γονείς να χωρίσουν.

Όμως ενίοτε μια σκέψη έρχεται σε αντιδιαστολή όλων αυτών των ‘καλών’ λόγων: ότι ένας χωρισμός είναι ίσως καλύτερος για τα παιδιά. Δεν είναι σωστό να τους επιβάλλει κανείς τους ατελείωτους καβγάδες, την εικόνα της παρακμής ενός ζευγαριού που καταρρέει, τη συνεχή ένταση. Δεν μπορεί να αντέξει κανείς αιώνια τη σύγχυση μέσα στο βλέμμα τους όταν ο τόνος υψώνεται στο σπίτι κι αυτά κλείνονται στην κάμαρά τους για να μην παρευρεθούν σε άλλη μια σύγκρουση. Το περίφημο ‘μένουμε μαζί για τα παιδιά’ κλονίζεται όταν μερικά μικρά, που δεν αντέχουν άλλο πια, φτάνουν στο σημείο να εξωθούν τους γονείς τους στο διαζύγιο: ‘Μα χωρίστε επιτέλους αντί να μαλώνετε συνέχεια!’


 

Τελικά μια μέρα, το αποφασίζουν και τολμούν να μιλήσουν για χωρισμό. Άλλοτε κατόπιν συμφωνίας, άλλοτε μονομερώς. Μερικοί ενήλικες καταρρέουν, αρνούμενοι ακόμα και να σκεφτούν αυτή την απόφαση. Άλλοι ανακουφίζονται που αυτό το μαρτύριο θα τελειώσει, που θα βγουν επιτέλους από το αδιέξοδο… και πιστεύουν ότι και τα παιδιά θα αισθανθούν την ίδια ανακούφιση» (Μπερζέ & Γκραβιγιόν, 2004, σελ. 15-16).

Το παιδί μετά το διαζύγιο θα πρέπει να απαρνηθεί την προηγούμενη ζωή του, τις ίδιες του τις ρίζες, να απαρνηθεί το αντικείμενο ‘ζευγάρι’, την εξίσωση ‘μπαμπάς+ μαμά’. Το παιδί σταδιακά συνειδητοποιεί ότι δεν θα ξαναζήσουν όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι, δεν θα τρώνε στο ίδιο τραπέζι, δεν θα πάνε όλοι μαζί διακοπές. Με τη διάλυση του γονεϊκού ζευγαριού το παιδί βιώνει την απώλεια ενός μέρους της ταυτότητάς του.

 


Πηγές:

Μπερζέ, Μ. & Γκραβιγιόν, Ι. (2004). Οι γονείς μου χωρίζουν. Αισθάνομαι χαμένο. Αθήνα: Μπουκουμάνης.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

 

Το διαζύγιο και η νέα οικογένεια

Το τυπικό της παρουσίασης του νέου συντρόφου

«Πώς θα παρουσιάσει όμως κανείς τον νέο εκλεκτό στο παιδί του; Ο χρυσός κανόνας είναι να μην το φέρουμε μπροστά σε τετελεσμένο γεγονός. Το να πούμε στο παιδί ότι μια ‘φίλη’ ή ένας ‘φίλος’ θα έρθει να περάσει το Σαββατοκύριακό του, χωρίς να επεκταθούμε περισσότερο στο θέμα, αφήνοντάς το να ανακαλύψει μόνο του ότι ο γονέας του και αυτό το πρόσωπο κρατιούνται από το χέρι, φιλιούνται στο στόμα και κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, είναι πάρα πολύ βίαιο. Το παιδί θα το ζήσει σαν αληθινή προδοσία. Επιβάλλεται λοιπόν να του μιλήσουμε πιο μπροστά, πολλές φορές, για να κάνουμε αυτό το πρόσωπο πιο οικείο και να προετοιμάσουμε τη γνωριμία του. 


 

Από την άλλη, δεν τίθεται θέμα να ζητήσουμε τη γνώμη του παιδιού. ‘Θα σου άρεσε να δεις τον νέο αγαπημένο μου ή η νέα αγαπημένη μου;’ Όχι, δεν είναι δουλειά του παιδιού να διευθύνει την ερωτική και σεξουαλική ζωή των γονέων του. Θα το βάζαμε τότε σε μια θέση κυρίαρχη, πολύ δύσκολη και επιζήμια. Προειδοποιούμε το παιδί αλλά δεν το αφήνουμε την επιλογή. Είναι ο άνθρωπος που έχει επιλέξει ο γονιός του και με αυτή την ιδιότητα θα μπει στη ζωή του. Φυσικά, δεν είναι σίγουρο ότι η πρώτη επαφή θα είναι επιτυχής. Υπάρχουν μάλιστα πολλές πιθανότητες ο νεοαφιχθείς, παρά τα πλατιά χαμόγελά του, τα δώρα του, και ίσως την καλή του θέληση να μη γίνει αποδεκτός, να θεωρηθεί από το παιδί παρείσακτος και να του φερθεί αναλόγως. Οπωσδήποτε, στο κεφάλι του παιδιού είναι ο κλέφτης του μπαμπά ή της μαμάς. Είναι επίσης αυτός που παίρνει τη θέση του γονέα που δεν είναι εδώ, κι αυτός ίσως το πονάει: αν του δείξει σημάδια αγάπης θα είναι σαν να προδίδει τον πατέρα του ή τη μητέρα του. Και το χειρότερο, συχνά θεωρεί ότι το εμποδίζει να βιώσει το ‘οιδιπόδειο’ ήρεμα. Το κοριτσάκι που είχε φανταστεί τον εαυτό του ως άξια διάδοχο της μαμάς του δίπλα στον μπαμπά, θα δει με πολύ κακό μάτι την αντίπαλο που εμφανίστηκε από του πουθενά. Την ίδια μάχη δίνει και το αγοράκι για τον μέλλοντα πατριό.  

Κάθε παιδί διαζευγμένων γονέων κουβαλάει μέσα του ένα πονεμένο παρελθόν, μια πληγή λίγο ή πολύ ανοιχτή, το βάρος της αποτυχίας του γονεϊκού ζεύγους. Πολύ φυσικό λοιπόν να μην είναι αναγκαστικά ιδιαίτερα ευγενικό με εκείνον ή εκείνη που ήρθε να του θυμίσει όλα αυτά. Αποτέλεσμα: ο πατριός ή η μητριά έρχεται να καταλάβει έναν χώρο πολύ μικρό, για να μην πούμε ανύπαρκτο…» (Μπερζέ & Γκραβιγιόν, 2004, σελ. 136-137)

 


Ο άχαρος ρόλος του πατριού και της μητριάς

 «Είναι ωστόσο σαφές ότι δεν επιτρέπεται να αφήνουμε ένα παιδί να ανακατεύεται πολύ στην ιδιωτική ζωή του ενήλικα και να θέτει σε κίνδυνο με την επιθετική συμπεριφορά του την καινούργια σχέση που προσπαθεί να δημιουργήσει. Ούτε λόγος λοιπόν για υποχώρηση επειδή δεν τα πάνε καλά το παιδί και ο αγαπημένος! Πάντως μπορούμε να αποφύγουμε ορισμένα λάθη ώστε να διευκολυνθεί η ενσωμάτωση του πατριού ή της μητριάς.

Ένας νέος σύζυγος που έρχεται με τη σθεναρή πρόθεση να μην κλιμακώσει τη βία, που επιθυμεί πραγματικά να σταματήσει τις προκλήσεις θα είχε όλες τις πιθανότητες με το μέρος του. Μερικά λόγια μπορεί να αποδειχθούν ιδιαίτερα απελευθερωτικά. Μπορούμε να πούμε σε ένα παιδί, όχι δίκην συνταγής, αλλά τη στιγμή που θεωρούμε ως την πλέον κατάλληλη:

«Ξέρω ότι ο ερχομός μου σου προκάλεσε σύγχυση. Εγώ πάντως έχω όλη την καλή διάθεση να σε αγαπήσω γιατί είσαι το παιδί του ανθρώπου που αγαπώ. Εσύ όμως δεν είσαι αναγκασμένο να με αγαπήσεις. Δεν ανήκω στην οικογένειά σου. Δεν είμαι ο πατέρας σου ή η μητέρα σου».

Έτσι απελευθερωμένο από μια ‘υποχρεωτική αγάπη’, το παιδί θα ανακουφιστεί από ένα βάρος» (Μπερζέ & Γκραβιγιόν, 2004, σελ. 137-138).   


 

Η αυστηρότητα ή το ανακάτεμα στην ανατροφή του παιδιού μπορεί να τα καταστρέψει όλα. Το παιδί νιώθει ότι δεν έχει το δικαίωμα να του κάνει υποδείξεις ή να το διατάζει. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφήσει το παιδί να του φέρεται άσχημα. Οφείλει να του δείχνει σεβασμό όπως θα έδειχνε και σε έναν οικογενειακό φίλο ή σε οποιοδήποτε ενήλικα μέσα στην οικογένεια.

Το νέο πρόσωπο που έρχεται στη ζωή του παιδιού ως ζευγάρι του γονιού του θα πρέπει να είναι προετοιμασμένο για τις δυσκολίες που υπάρχουν. Το άτομο δεν θα πρέπει να έχει υψηλές προσδοκίες από τον εαυτό του, ούτε να προσπαθήσει να αναλάβει ρόλους που δεν του αναλογούν. Συχνά τα παιδιά αποκρούουν τις καλές πράξεις και συμπεριφορές των συντρόφων του γονιού τους. Αυτοί προσπαθούν να συνεχίσουν να αποδεικνύουν τη στοργή τους και τις καλές τους προθέσεις και τα παιδιά συνεχίζουν να τους απορρίπτουν. Ο ρόλος της γυναίκας είναι πιο δύσκολος καθώς συνήθως συνδέεται με πιέσεις που ασκούνται ότι θα πρέπει να αγαπά και να νοιάζεται για τα παιδιά, ενώ δεν υπάρχουν αντίστοιχες προσδοκίες από τον άνδρα. Η απόρριψη των παιδιών μπορεί να προκαλέσει πόνο και θυμό στο νέο πρόσωπο μέσα στην οικογένεια, που νιώθει ότι δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στον νέο του ρόλο απέναντι στα παιδιά.  Είναι σημαντικό τα νέα πρόσωπα –σύντροφοι του γονιού- μέσα στην οικογένεια να έχουν υπομονή και ρεαλιστικές προσδοκίες σχετικά με το πόσο αποδεκτοί μπορούν να γίνουν από το παιδί ή τα παιδιά, αλλά και με χαμηλές προσδοκίες και από τον ίδιο τους τον εαυτό –δεν χρειάζεται να αγαπήσουν τα παιδιά του νέου τους συζύγου. Για αρχή θα πρέπει και οι δύο πλευρές να μην έχουν την προσδοκία να αγαπούν ο ένας τον άλλο και να μπορούν ελεύθερα να απολαύσουν ο ένας τη συντροφιά του άλλου, χωρίς δεσμεύσεις και πιέσεις (Teyber, 2011).

 


Πηγές:

Μπερζέ, Μ. & Γκραβιγιόν, Ι. (2004). Οι γονείς μου χωρίζουν. Αισθάνομαι χαμένο. Αθήνα: Μπουκουμάνης.

Teyber, E. (2011). Τα παιδιά μετά τον χωρισμό. Μοντέρνοι καιροί.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.