Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

Περί ψυχής, Αριστοτέλης



«Δυσκολία, όμως, έχουμε και σχετικά με τα πάθη της ψυχής, για το αν, δηλαδή, είναι όλα κοινά και ανήκουν στο ον που περιέχει την ψύχη, ή υπάρχει και κάποιο που ανήκει στην ίδια την ψυχή, αυτό βεβαίως, είναι απαραίτητο να το συλλάβουμε, αλλά δεν είναι εύκολο. 

Και φαίνεται ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δίχως το σώμα, ούτε πάσχει ούτε προκαλεί κανένα πάθος, δεν οργίζεται, για παράδειγμα, ούτε δείχνει θάρρος, ούτε επιθυμεί, και γενικά δεν αισθάνεται. Κατεξοχήν η νόηση, όμως, φαίνεται πως ανήκει στην ψυχή, αλλά, αν και η νόηση είναι κάποιο είδος φαντασίας, ή τουλάχιστον δεν υπάρχει χωρίς τη φαντασία, δε θα μπορούσε, ούτε αυτή, να υπάρχει χωρίς το σώμα. Αν, λοιπόν, κάποια από τις λειτουργίες ή τα πάθη της ψυχής της ανήκει, η ψυχή θα μπορούσε να υπάρχει ξέχωρα από το σώμα, αν, όμως, τίποτα δεν της ανήκει, δεν μπορεί να υπάρχει χωριστά, αλλά θα συμβαίνει με αυτή ότι και με το ευθύ, το οποίο, ως ευθύ, έχει πολλά κατηγορήματα, αγγίζει για παράδειγμα τη χάλκινη σφαίρα σε ένα σημείο, ενώ δε θα μπορεί να την αγγίζει έτσι, αν υπάρχει χωριστά, και είναι πράγματι αχώριστο, αφού ακριβώς, πάντα, βρίσκεται με κάποιο σώμα. 


Φαίνεται έτσι πως, και τα πάθη της ψυχής, όλα συνδέονται με κάποιο σώμα, το θάρρος, η πραότητα, ο φόβος, ο οίκτος, η τόλμη, επίσης η χαρά και η αγάπη και το μίσος, γιατί, όταν εμφανίζονται αυτά, πάσχει και το σώμα με κάποιον τρόπο. Και σημάδι για αυτό είναι ότι, κάποτε, παρόλο που ενσκήπτουν ισχυρά και ζωηρά πάθη, καθόλου δεν ακολουθεί παροξυσμός ή φόβος, ενώ, άλλες φορές, ασήμαντες και αμυδρές αιτίες αρκούν για να προκαλέσουν κίνηση –όταν το σώμα ήδη βρίσκεται σε διέγερση, και είναι στην ίδια κατάσταση, που βρίσκεται ακριβώς όταν οργίζεται. Ακόμη περισσότερο, όμως, είναι φανερό το εξής: ενώ δε συμβαίνει τίποτε φοβερό, οι άνθρωποι δοκιμάζουν τα πάθη εκείνου που φοβάται. Κι αν έτσι έχει το πράγμα, είναι φανερό πως τα πάθη είναι μορφές που πραγματώνονται μέσα στην ύλη, ώστε οι ορισμοί τους έχουν ως εξής: η οργή, για παράδειγμα, είναι κάποια κίνηση συγκεκριμένου σώματος, ή μέρους ή ικανότητας του σώματος, που έχει μιαν ορισμένη αιτία κι έναν ορισμένο σκοπό» (σελ. 48-49).  


Αριστοτέλης. Περί ψυχής. Αθήνα, Ζήτρος, 2009, σελ. 41-53.

Μια εισαγωγή στον Αριστοτέλη




«Σύμφωνα με τον αριστοτελικό ορισμό, ψύχη είναι η πρώτη εντελέχεια ενός φυσικού, οργανικού σώματος, που έχει τη δυνατότητα της ζωής, και, επίσης, έχει μέσα του την αρχή της κίνησης και της στάσης. Εντελέχεια είναι η μορφή του όντος που υπάρχει σε κατάσταση δυνατότητας. Η ψυχή, δηλαδή, είναι μια υπόσταση με την έννοια της μορφής. Η χαρακτηριστική αριστοτελική διατύπωση, είναι πως η ψυχή είναι αυτό που ένα συγκεκριμένο σώμα ήταν να είναι. Είναι αιτία και αρχή του ζωντανού σώματος, η πηγή και ο σκοπός της κίνησής του. Είναι αιτία ως η μορφή του έμψυχου σώματος. 


Στα ζωντανά όντα, ότι συνιστά την ύπαρξή τους είναι η ζωή, και, για τη ζωή τους, αίτια και αρχή είναι η ψυχή, η οποία, τελικά, ταυτίζεται με την ίδια τη φυσική, οργανική ζωή, μια ζωή που συλλαμβάνεται ως ένα σύνολο ικανοτήτων ή λειτουργιών, που εκτελούνται διαμέσου σωματικών οργάνων. Τις ικανότητες της ψυχής, άλλα όντα τις έχουν όλες, άλλα κάποιες από αυτές, ενώ μερικά, όπως τα φυτά, μία και μόνη. Στις ικανότητες αυτές περιλαμβάνονται η θρεπτική, η ικανότητα της επιθυμίας, της αίσθησης, της κίνησης στον χώρο, η διανοητική ικανότητα» (σελ. 10). 

«Ο Αριστοτέλης αισθάνθηκε την ανάγκη μιας γενικής ψυχολογίας, που θα έχει να κάνει με το ζωντανό οργανισμό ως τέτοιο, και όχι μόνο με τον άνθρωπο. Ταυτόχρονα, κατέληξε να δει καθαρά ότι η ψυχή και το σώμα συνιστούν, στην περίπτωση του ανθρώπου επίσης, μια πολύ συνεκτική ενότητα. Το Περί Ψυχής σηματοδοτεί το τελευταίο στάδιο της εξέλιξης του Αριστοτέλη στον τομέα της ψυχολογίας» (σελ. 14).  




Αριστοτέλης. Περί ψυχής. Αθήνα, Ζήτρος, 2009, σελ. 9-15.

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Ερμηνεία του άγχους από τον Adler





«Κάθε άνθρωπος, σύμφωνα με τον Άντλερ, ξεκινά τη ζωή του σε μια κατάσταση βιολογικής κατωτερότητας και ανασφάλειας. Πράγματι, το ανθρώπινο είδος ήταν κατώτερο στον κόσμο των ζώων. Για τον Άντλερ, ο πολιτισμός –η ανάπτυξη των εργαλείων, των τεχνών, των συμβόλων- είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας του ανθρώπου να μετριάσει την κατωτερότητά του στη φύση. Κάθε νεογνό ξεκινά την ύπαρξή του σε μια κατάσταση αδυναμίας και δε θα επιβίωνε αν δεν υπήρχαν οι κοινωνικές πράξεις των γονιών του. 


Φυσιολογικά, το παιδί ξεπερνά την αδυναμία του και αποκτά ασφάλεια επιβεβαιώνοντας προοδευτικά τις κοινωνικές του σχέσεις, τους πολλαπλούς δεσμούς του που συνδέουν άνθρωπο με άνθρωπο. Αλλά η φυσιολογική ανάπτυξη διακυβεύεται και από αντικειμενικούς και από υποκειμενικούς παράγοντες. Οι αντικειμενικοί παράγοντες είναι ότι η κατωτερότητα του βρέφους μπορεί να επαυξηθεί από οργανικές αδυναμίες ή από κοινωνική διάκριση ή από μια ακατάλληλη τοποθέτηση στην οικογένεια. 

Ο καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη του νευρωτικού χαρακτήρα είναι η υποκειμενική στάση προς την αδυναμία- κάτι που μας οδηγεί στη σημαντική διάκριση που κάνει ο Άντλερ μεταξύ της κατωτερότητας σα γεγονός και των αισθημάτων κατωτερότητας. Είναι ένα χαρακτηριστικό του ανθρώπινου βρέφους, λέει ο Άντλερ, ότι αντιλαμβάνεται την κατωτερότητά του πολύ πριν μπορέσει να κάνει οτιδήποτε για αυτήν» (σελ. 164-165).



Αφήγηση από το βιβλίο του Rollo May. (2010). Το νόημα του άγχους. Αθήνα: Ύψιλον, σελ. 164-167.


Ερμηνεία του άγχους από τη Horney




«Αυτή η προσέγγιση εμπεριέχει μια καινούργια έμφαση στον πολιτισμό, και με την ευρύτερη έννοια των πολιτισμικών προτύπων σαν καθοριστικών παραγόντων για την ύπαρξη άγχους σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο και με τη στενότερη έννοια της σχέσης μεταξύ παιδιού και σημαντικών προσώπων στο περιβάλλον του. Το νευρωτικό άγχος έχει την πηγή του σ’ αυτήν την τελευταία σχέση. Αυτή η προσέγγιση δεν αρνείται, ασφαλώς το γεγονός των βιολογικών αναγκών του παιδιού ή του ενήλικα. 


Έτσι, το άγχος δεν είναι η εξειδικευμένη αντίδραση στην προσδοκία ματαίωσης των ενστικτικών ή λιβιδινικών αναγκών. Αξιοσημείωτη ματαίωση μιας ενστικτικής ανάγκης μπορεί να γίνει ανεκτή από το φυσιολογικό πρόσωπο χωρίς άγχος. Η ματαίωση των ενστιτικών τάσεων- και πάλι το σεξ είναι ένα καλό παράδειγμα- έχει αποτέλεσμα άγχος μόνο όταν αυτή η ματαίωση απειλεί κάποια αξία ή τρόπο μιας διαπροσωπικής σχέσης την οποία το άτομο θεωρεί ζωτική για την ασφάλειά του» (σελ. 170).                                                                                                        

 Αφήγηση από το βιβλίο του Rollo May. (2010). Το νόημα του άγχους. Αθήνα: Ύψιλον, σελ. 169-174.


Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

Πώς να αναπτύξετε τον αυτοέλεγχο των παιδιών;




«Υπάρχουν τρεις βασικές παράμεροι για την αποτελεσματική ανάπτυξη του αυτοελέγχου και της υπευθυνότητας των παιδιών:     
Οι κυρώσεις πρέπει να χρησιμοποιούνται θετικά.
Τα λόγια των γονέων πρέπει πάντα να μετρούν.
Η σύγκρουση με τα παιδιά πρέπει να αποφεύγεται.
Η επιβολή μιας κύρωσης είναι αποτελεσματική όταν γίνεται με τρόπο ώστε το παιδί να ξέρει επακριβώς:
Με ποιον τρόπο φέρθηκε ανεύθυνα και τι ακριβώς ζητείται από αυτό» (σελ. 104-105).



Τα λόγια πρέπει πάντα να μετρούν 

«Τα βασικά γνωρίσματα ενός αποτελεσματικού συστήματος συμπεριφορικού ελέγχου σε μια οικογένεια είναι η προβλεψιμότητα, η ιδιαιτερότητα και η συνεκτικότητα.
Προβλεψιμότητα σημαίνει να ξέρει το παιδί πως ακριβώς θα αντιδράσετε σε μια δεδομένη συμπεριφορά, υπεύθυνη ή ανεύθυνη. Η προβλεψιμότητα ισχύει είτε δίνετε μια υπόσχεση είτε απειλείτε με κυρώσεις. Τα λόγια αρχίζουν να λαμβάνονται υπόψη από τα παιδιά όταν μετουσιώνονται σε πράξη. Οι γονείς οφείλουν να καθορίζουν με ακρίβεια τις υποσχέσεις ή τις κυρώσεις τους. 

Όσον αφορά την ιδιαιτερότητα, οι γονείς οφείλουν να καθορίζουν με ακρίβεια τις υποσχέσεις ή τις κυρώσεις τους. Το να υποσχεθείτε σε ένα παιδί ότι ‘’θα κάνουμε κάτι ωραίο το Σαββατοκύριακο’’ ως αντάλλαγμα για μια υπεύθυνη πράξη ή απλώς σε μια αυθόρμητη χειρονομία αγάπης, είναι υπερβολικά ασαφές και επίσης ξεχνιέται εύκολα.

Το τρίτο βασικό γνώρισμα ενός αποτελεσματικού συστήματος συμπεριφορικού ελέγχου είναι η συνεκτικότητα των αποκρίσεων ανάμεσα στις διάφορες καταστάσεις, στα αρμόδια άτομα και στα μεμονωμένα παιδιά. Αν οι δύο γονείς χρησιμοποιούν διαφορετικά συστήματα ευθύνης, τα παιδιά καταλήγουν μπερδεμένα, διότι δεν είναι σίγουρα ποιον γονέα να ακούσουν. Επίσης, όπως και οι ενήλικες, τα παιδιά εκμεταλλεύονται αυτή την αδυναμία του συστήματος για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις. Όλοι οι γονείς ξέρουν ότι τα παιδιά μπορούν να στρέψουν τον ένα γονέα εναντίον του άλλου ή τον έναν δάσκαλο εναντίον του άλλου» (σελ. 107-109)


«Κάποιες φορές το παιδί εμμένει στις διασπαστικές συμπεριφορές ότι κι αν κάνει ο γονέας. Είναι βέβαιο ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η ηρεμία και η υπομονή του γονέα θα αρχίσουν να στερεύουν. Όταν συμβαίνει αυτό, η καλύτερη τακτική είναι να αποτραβηχτεί ο γονέας από το παιδί. Η απώλεια ελέγχου δε βοηθάει καθόλου» (σελ. 111).

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Τόνι Χάμφρις. (2018). Αυτοεκτίμηση. Το κλειδί για το μέλλον του παιδιού σας. Αθήνα: Το μέλλον, σελ. 104-112.