Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018

Πώς φτάνω σε μια διαθέσιμη αλλαγή;


Μια σύντομη απάντηση θα ήταν: «Όταν εκμεταλλευόμαστε σωστά αυτά που έχουμε». Όμως, οι αλλαγές δεν μπορούν να γίνουν μέσα από μια απάντηση, ούτε να βρουν μαγικούς τρόπους πραγματοποίησης. Οι αλλαγές εξαρτώνται από ένα σύνολο βημάτων που θα πρέπει να ακολουθήσουμε. Κι αυτά τα βήματα είναι απλά κάποια ενδεικτικά βήματα, καθώς τα βήματα του καθενός είναι μοναδικά και ξεχωριστά, όπως και τα αποτυπώματα που αφήνουν αυτά τα βήματα.  

Ας δούμε ορισμένα από τα μυστικά:

1. Να είμαστε ευγνώμονες για όσα έχουμε, ανεξάρτητα από το πόσα πολλά ή λίγα είναι αυτά. Δεν χρειάζεται να νιώθουμε ευγνώμονες. Μπορούμε να προκαλέσουμε την ευγνωμοσύνη με τη θέλησή μας ή με τη βία, μέχρι που η προσπάθεια θα την κάνει αληθινή. Σ’ αυτούς που έχουν θα δοθούν ακόμα περισσότερα, αλλά, αν πιστεύουμε ότι δεν έχουμε τίποτα, αυτό θα λάβουμε. Όταν αντιμετωπίζουμε αυτό που έχουμε με ευγνωμοσύνη, είναι σαν να δίνουμε σε ένα σπόρο χώμα, νερό και ήλιο.

2. Μη λιμοκτονήσετε από περηφάνια. Αν χρειάζεστε βοήθεια, ζητήστε την και δεχτείτε την ταπεινά όταν σας δοθεί. Μην πάρετε παραπάνω από όσα χρειάζεστε και ξεπληρώστε την οφειλή σας όσο πιο σύντομα. 


3. Όλα όσα έχουμε ανάγκη μας παρέχονται- όλα. Δεν έλαβα ακριβώς αυτό που ήθελα, όπως το ήθελα, αλλά δεν μείναμε χωρίς ρούχα ούτε πεθάναμε από την πείνα. Είχαμε ρούχα να φορέσουμε, έστω κι αν ήταν μεταχειρισμένα ή δεν ήταν επώνυμα.

4. Θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στην επιλογή συζύγου ή συντρόφου. Οι πεποιθήσεις τους για το χρήμα και οι συμπεριφορές τους μας επηρεάζουν. Ο άνθρωπος που είναι πιο δυσλειτουργικός κερδίζει. 

5. Δεν παίρνουμε αυτό που μας αξίζει, παίρνουμε αυτό που πιστεύουμε ότι μας αξίζει.
6. Ενώ περιμένουμε υπομονετικά να μας αποκαλυφθεί το πεπρωμένο μας, βάζουμε τα δυνατά μας.


7. Να ξέρουμε τι είναι αυτό που μας παθιάζει. Επιμείνετε. Ην παρατήσετε το όνειρο, αλλά παρατήστε την ανάγκη να έχετε υπό έλεγχο τη διαδικασία της πραγματοποίησής του. Να είμαστε πρόθυμοι να πληρώνουμε αυτά που οφείλουμε κι έπειτα να κάνουμε ότι μπορούμε για να υποστηρίξουμε τον εαυτό μας, μέχρι τα όνειρά μας να πραγματοποιηθούν.


8. Κάντε μια δουλειά μόνο για τη δουλειά. Μην τη συνδέετε με αποτελέσματα. Εργαστείτε με τον ενθουσιασμό ενός αρχάριου- με τη φρεσκάδα που έχουμε στην αρχή, όταν είμαστε τόσο ενθουσιασμένοι που θα δουλεύαμε δωρεάν ή σχεδόν δωρεάν, επειδή δεν είμαστε ακόμα κυνικοί ή αποθαρρυμένοι. Αν δεν μπορούμε να κάνουμε το έργο με αγάπη θα πρέπει είτε να αλλάξουμε την καρδιά μας είτε τη δουλειά μας. Το αποτέλεσμα δεν είναι καλό όταν δουλεύουμε για τη δόξα ή το χρήμα. Ο σκοπός δεν είναι βάρος, είναι προνόμιο. Πρέπει να βρούμε ευχαρίστηση σ’ αυτό που κάνουμε. 


9. Να γράψουμε τους στόχους μας. Να είμαστε σίγουροι ότι είναι αυτό που επιθυμούμε και πιστεύουμε πως μας αξίζει. Πρέπει να είναι χειροπιαστοί –σαν να πρόκειται για κάτι που μπορούμε πραγματικά να έχουμε, και παράλληλα να προσεγγίζουν κατά το δυνατόν αυτό που θέλουμε. 

10. Όσο άδικη και αφόρητη κι αν είναι η κατάστασή μας, ας παίρνουμε την ευθύνη του εαυτού και των λογαριασμών. 

11. Να είμαστε τόσο ευχαριστημένοι με αυτά που έχουμε, ώστε ίσα που να προσέχουμε τις αλλαγές στο εισόδημά μας. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν όταν τα χρήματα αυξάνονται. Η ευτυχία και η γαλήνη μας δεν μπορεί ν αλλάξει μέσα από τα χρήματα. Σπάνια αποκτούμε αυτό που θέλουμε, προτού μάθουμε ότι δεν έχει σημασία ακόμα κι αν αποκτήσουμε αυτό που θέλουμε.

12. Κρατήστε το μυαλό σας ανοιχτό και μη γίνεστε πικρόχολοι, ώστε να μπορέσετε να δείτε πότε τα όνειρά σας θα γίνουν πραγματικότητα.

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι μπορούμε να φτάσουμε στην επιθυμητή αλλαγή, όταν κατανοήσουμε την ευθύνη που εμείς οι ίδιοι έχουμε για τη ζωή μας και την κρίση που έχουμε για τις αποφάσεις μας. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε πράγματα που δε θέλουμε, ούτε να μπούμε σε καλούπια που δεν μας εκφράζουν. 

Για να αλλάξουμε, για να προχωρήσουμε… για να γίνουμε αυτό που θέλουμε… θα πρέπει να απαλλαγούμε από φόβους του παρελθόντος και να ακολουθήσουμε τον δρόμο προς την αλλαγή. 

«Έπειτα από μια απώλεια ή μια σημαντική αλλαγή, περιμένουμε, κατά βάθος, να ξαναγίνει η ζωή μας ‘κανονική’, ώσπου έρχεται μια μέρα και το συνειδητοποιούμε: Η ζωή, όπως την ξέρουμε, ανήκει στο παρελθόν. Ποτέ πια δεν θα είναι η ίδια…» (Beattie Melody). Η κάθε αλλαγή που συμβαίνει στη ζωή μας είναι ένα κάλεσμα ή μια υπενθύμιση ότι όλα αλλάζουν και εμείς οι ίδιοι μπορούμε να ακολουθήσουμε αυτές τις αλλαγές.



Melody Beattie, 2007, Η Λέσχη της Θλίψης. Αθήνα: Ισόρροπον.



Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Ψυχοπαθολογία της πατρότητας




«Η γυναίκα μπορεί, ασυνείδητα, να δεχθεί αυτάρεσκα να είναι η διπλή μάνα του παιδιού και του άντρα της. Φαινομενικά όλοι είναι ευτυχισμένοι, ο σύζυγος που αισθάνεται αγάπη και προστασία, το παιδί που νομίζει ότι βρίσκεται σε ασφάλεια, η γυναίκα που ικανοποιεί την ανάγκη της για κατοχή και αυταρχικότητα. 


Αλίμονο! Το παιδί είναι το πρώτο θύμα του ψευτοειδύλλιου: θα του είναι πιο δύσκολο να υποφέρει ένα φανταστικό πατέρα από έναν απόντα πατέρα.

Αυτό μας μεταφέρει σε μια άλλη κατάσταση όπου ο πατέρας, μη έχοντας αρκετά κυριαρχήσει και συσσωματώσει τις παθητικές και θηλυκές τάσεις του, βρίσκεται να έχει μια πολύ μητρική συμπεριφορά, παρουσιαζόμενος σαν ένα είδος ‘δεύτερης μάνας’. Οι τρυφεροί και αισθηματικοί πατέρες, οι πάντα έτοιμοι για χάδια, που απεχθάνονται τις νουθεσίες και τις κυρώσεις, που δεν έχουν καμιά εξουσία, αναζητούν στο παιδί τη δική τους παιδική ηλικία, επιδιώκουν ασυνείδητα να αγαπούν το παιδί τους όπως θα επιθυμούσαν να έχουν αγαπηθεί οι ίδιοι από τη δική τους μάνα» (σελ. 150-151).

«Ο οιδιπόδειος ανταγωνισμός»

«Είδαμε πως μια από τις πιο σημαντικές προσπάθειες του πατέρα ήταν να βοηθήσει τον γιο του να βρει το κουράγιο να του αντιπαρατεθεί και να τον ξεπεράσει».

«Πρέπει να μεταδώσει στο παιδί που μεγαλώνει ένα αυξανόμενο αίσθημα συναγωνισμού και να του επιτρέψει στη συνέχεια να γίνει κύριος του εαυτού του ξεπερνώντας την πατρική εξουσία» (Έ. Φρομ).

«Ορισμένοι πατεράδες, θύματα κι οι ίδιοι ενός αισθήματος κατωτερότητας που κρύβουν πίσω από μια επιθετική έπαρση, είναι ανίκανοι να ευνοήσουν τον συναγωνισμό με τον γιο τους και φθονούν το ξεπέρασμά τους από αυτόν. Επιζητούν έτσι να τον διατηρήσουν σε μια κατάσταση εξάρτησης, κάνοντας τον ένοχο για τις επιθυμίες του ξεπεράσματος, εμποδίζοντάς τον να εκμεταλλευθεί την πλήρη ωφέλεια από τον οιδιπόδειο ανταγωνισμό.


Άλλοτε είναι ένας αισθηματικός πατέρας που δεν μπορεί να δεχτεί πως το παιδί του μεγαλώνει και φεύγει, κρατώντας το έτσι σε μια κατάσταση παιδισμού, σκεπάζοντάς το με μια πνιγηρή στοργή, έτσι που αναγκαστικά το παιδί να νιώθει μια ακραία αγωνία θέλοντας να αντιπαρατεθεί στον πατέρα του, οπότε παραιτείται για να βολευτεί σ’ αυτή την κατάσταση εξάρτησης (σελ. 155-156).

Μύλντορφ, Μπερνάρ. (1977). Ο ρόλος του πατέρα στην οικογένεια. Αθήνα: Οδυσσέας.      

Η κρίση της οικογένειας




«Η οικογένεια βρίσκεται σε ‘κρίση’, όπως άλλωστε και το συζυγικό ζευγάρι. Το πρόβλημα όμως είναι να ξέρουμε αν αυτή η ‘κρίση’ καταδικάζει αυτές τις δομές σαν παρωχημένες ή μήπως είναι έκφραση των κοινωνικο-οικονομικών αναστατώσεων που λαβαίνουν χώρα πίσω από τις πλάτες των μεγάλων μαζών».

«Ο αυθορμητισμός, η ατομική πρωτοβουλία, η δημιουργικότητα, κ.λπ., όλες αυτές οι σημαντικές για την ολοκλήρωση του ατόμου αναγκαιότητες, δεν μπορούν να ενεργοποιηθούν στο παιδί παρά στο πλαίσιο της επιτήρησης από απόσταση γιατί, αν το παιδί δεν έχει πάντα άδικο, δεν έχει και πάντα δίκιο» (σελ. 168).

«Ο πατέρας, έτσι όπως μας τον κληροδότησε η ιστορική κίνηση, είναι ένα ιδιαίτερο πρόσωπο που πρέπει να αναλαμβάνει τα διάφορα  στοιχεία που αποτελούν την πατρική λειτουργία. 

Ο πατέρας πρέπει να έχει συνάψει ειρήνη, να έχει δηλαδή αποδεχτεί τις δικές του παθητικές γυναικείες και μητρικές τάσεις, έτσι ώστε να μην έχει ανάγκη να υποκαταστήσει τη μάνα για να αναλάβει το παιδί ως προς την εκπλήρωση των μητρικών λειτουργιών.
Πρέπει να είναι σε θέση να μην υποκαθιστά το παιδί για να του πάρει τη μάνα του, δηλαδή να κυριαρχεί στις επιθυμίες του εξάρτησης και να μη ζηλεύει το παιδί.

Πρέπει να ξέρει να μην είναι ούτε η μάνα ούτε το παιδί, δηλαδή να είναι ικανοποιημένος που είναι άντρας, να είναι ευτυχισμένος που είναι πατέρας, να είναι ευτυχισμένος που είναι σύζυγος, πρέπει να αγαπάει την ιδέα ότι είναι ο πατέρας αυτού του παιδιού και ο σύζυγος αυτής της γυναίκας.   


Η πατρότητα περιλαμβάνει όλα τα παράδοξα, όλες τις αντιφάσεις, όλες τις αχαριστίες του έρωτα.

Υπάρχει στον έρωτα μια πρωταρχική ναρκισσιστική τάση, ν’ αγαπάς σημαίνει να αγαπιέσαι, μέσα από τον άλλο, χάρη στον άλλο, από το γεγονός της ύπαρξης του άλλου. Σημαίνει αναζήτηση στον άλλο του δικού σου ειδώλου, όπως μαρτυρεί το γεγονός ότι σε πολλές νευρωτικές καταστάσεις το αίσθημα του ανεκπλήρωτου σπρώχνει τα άτομα να κοιτάζονται διαρκώς στον καθρέφτη σαν να ήθελαν να βεβαιωθούν για την ύπαρξή τους.

Στην πατρότητα όμως υπάρχει μια ανατροπή της κατάστασης. Αγάπη, είπαμε, σημαίνει να σε αγαπούν. Πρέπει όμως να κάνει κανείς περισσότερα για να αγαπάει παρά για να τον αγαπούν, να νιώθει μεγαλύτερη ικανοποίηση, περισσότερη χαρά δίνοντας παρά παίρνοντας, να παραιτηθεί από τη ναρκισσιστική αυταρέσκεια για να ρίξει οριστικά τη ματιά του στον άλλο.


Είναι δύσκολο να είναι κανείς πατέρας γιατί είναι δύσκολο να είναι άντρας. Από κάτι το περίεργο και παράδοξο, οι μεταλλαγές της ‘γυναικείας συνθήκης’ κάνουν τις γυναίκες πιο ικανές να υποφέρουν τις στερήσεις, πράγμα που, κατά τον κοινό νου, σημαίνει πως οι γυναίκες είναι πιο θαρραλέες και οι άντρες πιο εγωιστές. Για μια φορά ο κοινός νους έχει δίκιο.

Τι πιο φυσικό από το να είναι κανείς ευτυχισμένος με την ευτυχία του άλλου.
Συχνά χρειάζεται στον άντρα μια μακρόχρονη και οδυνηρή μάθηση για να φτάσει σ’ αυτή την απλούστατη αλήθεια.

Αν αναλάβει κανείς μέχρι τέλους αυτή την αλήθεια σημαίνει ότι είναι πατέρας» (σελ. 176-177).

Μύλντορφ, Μπερνάρ. (1977). Ο ρόλος του πατέρα στην οικογένεια. Αθήνα: Οδυσσέας.      

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Στον κήπο του Επίκουρου, Γιάλομ



«Υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στο πως είναι τα πράγματα και στο γεγονός ότι τα πράγματα είναι. Όταν μας απορροφά ο καθημερινός τρόπος, στρεφόμαστε σε εφήμερους περισπασμούς, όπως είναι η εμφάνιση, το ύφος, τα αγαθά ή η επιρροή. Στον οντολογικό τρόπο, αντίθετα, όχι μόνο έχουμε μεγαλύτερη επίγνωση της ύπαρξης, της θνητότητας και των άλλων απαρασάλευτων χαρακτηριστικών της ζωής αλλά και μεγαλύτερο άγχος και είμαστε πιο έτοιμοι να προχωρήσουμε σε σημαντικές αλλαγές. Παρακινούμαστε να αναλάβουμε τη θεμελιώδη ανθρώπινη ευθύνη μας να κατασκευάσουμε μια αυθεντική ζωή με συμμετοχή, με ανθρώπινη διασύνδεση, με νόημα και αυτοπραγμάτωση» (σελ. 45).


«Η ιδέα του να γίνεις ‘αυτός που είσαι’ συνδέεται στενά και με τις άλλες ρήσεις του Νίτσε, ‘Ανάλωσε τη ζωή σου’ και ‘Πέθανε τη σωστή στιγμή’. Σε όλες αυτές τις παραλλαγές ο Νίτσε μας παροτρύνει να αποφύγουμε την αβίωτη ζωή. Μας λέει, πραγμάτωσε τον εαυτό σου, πραγματοποίησε τις δυνατότητές σου, ζήσε με τόλμη και με πληρότητα. Τότε και μόνο τότε, πέθανε χωρίς να μετανιώνεις για τίποτα» (σελ. 114-115).

«Τα τρία δοκίμια του Σοπενάουερ:
Αυτό που είναι ο άνθρωπος. Αυτό που κατέχει ο άνθρωπος. Αυτό που αντιπροσωπεύει ο άνθρωπος.
Ποιος από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένα τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέψει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποια απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν» (σελ. 122).


«Εμείς τα ανθρώπινα όντα είμαστε από τη φύση μας πλασμένα για να συνδεόμαστε με τους άλλους. Από όποια άποψη κι αν μελετήσουμε την ανθρώπινη κοινωνία, είτε εξετάσουμε την ευρεία αναπτυξιακή της ιστορία είτε την ανάπτυξη ενός μεμονωμένου ατόμου, είμαστε υποχρεωμένοι να δούμε τον άνθρωπο μέσα στο διαπροσωπικό του πλαίσιο, όπως σχετίζεται με τους άλλους» (σελ. 129).


«Υπάρχουν δύο είδη μοναξιάς: η καθημερινή και η υπαρξιακή. Η πρώτη είναι διαπροσωπική, είναι ο πόνος του να είσαι απομονωμένος από τους άλλους ανθρώπους. Αυτή η μοναξιά –η οποία συχνά συνδέεται με έναν φόβο για τη στενή επαφή ή με αισθήματα απόρριψης και ντροπής ή με την πεποίθηση ότι είμαστε ανίκανοι να αγαπηθούμε –είναι σε όλους μας γνώριμη. Για την ακρίβεια το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς που γίνεται στην ψυχοθεραπεία, επιχειρεί να βοηθήσει τους θεραπευόμενους να μάθουν να διαμορφώνουν πιο στενές, πιο υποστηρικτικές και σταθερές σχέσεις με τους άλλους.
Η μοναξιά αυξάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό την αγωνία του θανάτου. Ο πολιτισμός μας ορθώνει δυστυχώς πολύ συχνά ένα παραπέτασμα σιωπής και απομόνωσης γύρω από τον άνθρωπο που πεθαίνει. Μπροστά στον μελλοθάνατο οι φίλοι και τα μέλη της οικογένειας γίνονται συχνά πιο απόμακρα, γιατί δεν ξέρουν τι να πουν. Φοβούνται μην τον ταράξουν. Αποφεύγουν, επίσης, να τον πλησιάσουν πολύ, από φόβο μην έρθουν αντιμέτωποι με τον δικό τους θάνατο» (σελ. 130).
  



Yalom, Irvin. (2008). Στον κήπο του Επίκουρου. Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου. Αθήνα: Άγρα.