Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Προσωπικότητα και Μοντέλο πέντε παραγόντων



Η «παραδοσιακή» έννοια της προσωπικότητας, όπως έχει γίνει αντιληπτή και έχει χρησιμοποιηθεί από τους κλασικούς θεωρητικούς που ασχολήθηκαν μαζί της, όπως οι Allport, Catell, Eysenck και οι Costa & McCrae, βασίζεται στη γενική υπόθεση ότι «όλοι οι άνθρωποι έχουν μια εσωτερικά εδραιωμένη ικανότητα (προδιάθεση) να ανταποκρίνονται με συγκεκριμένους (παγιωμένους) τρόπους σε συγκεκριμένα ερεθίσματα» (Ποταμιάνος & Παπαστάμου, 2002, σ. 12).


Με βάση τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους συγγραφείς, η προσωπικότητα αντανακλά την ατομική μοναδικότητα και ιδιαιτερότητα, χαρακτηρίζεται από διαχρονικότητα και σταθερότητα, ενώ καθορίζεται από προδιαθέσεις που ενυπάρχουν στο άτομο και εκδηλώνεται μέσα από τη συμπεριφορά του ατόμου. Ο κάθε άνθρωπος έχει μια μοναδική σύνθεση χαρακτηριστικών, τα οποία τον διαφοροποιούν από τους άλλους ανθρώπους και του προσδίδουν το χαρακτηριστικό της μοναδικότητας, ενώ ταυτόχρονα τον κατηγοριοποιούν σε μία ή περισσότερες ομάδες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά που κυριαρχούν στην προσωπικότητά του.
 Οι θεωρίες προσωπικότητας που εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στα χαρακτηριστικά υποστηρίζουν ότι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας παραμένουν σταθερά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου, ενώ αλλαγές μπορούν να συμβούν σε αυτά μόνο μετά από επιδράσεις σημαντικών γεγονότων της ζωής, ή σοβαρές ψυχικές ασθένειες ή με την ψυχολογική παρέμβαση (Ποταμιάνος & Παπαστάμου, 2002). 

Ένας από τους βασικούς θεωρητικούς που χρησιμοποίησε την έννοια του χαρακτηριστικού ήταν ο Eysenck, ο οποίος κατέληξε σε τρεις βασικές τυπολογικές διαστάσεις: εσωστρεφής- εξωστρεφής, νευρωτικός- σταθερός, ψυχωτικός- αυτός που ελέγχει τις παρορμήσεις του. Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο θεωρητικό ο νευρωτικός τύπος χαρακτηρίζεται από άγχος, κατάθλιψη και ένταση, ο εξωστρεφής τύπος χαρακτηρίζεται από κοινωνικότητα, δραστηριότητα, και διεκδικητικότητα, ενώ ο ψυχωτικός τύπος εκδηλώνει επιθετικότητα, παρορμητικότητα και αντικοινωνικότητα (Κουλάκογλου, 2002). Οι παράγοντες που προτάθηκαν από τον Eysenck ήταν τρεις, ενώ στη συνέχεια άλλοι θεωρητικοί και ερευνητές, όπως οι Costa & McRae (1985), πρότειναν πέντε βασικούς παράγοντες για την προσωπικότητα.

Το πιο κυρίαρχο μοντέλο παραγόντων για την προσωπικότητα είναι το Μοντέλο των Πέντε Παραγόντων (Five- Factor Model), το οποίο προέκυψε μέσα από αναλύσεις διαφόρων ερωτηματολογίων προσωπικότητας. Πρόκειται για ένα μοντέλο, που όπως φανερώνει και το όνομά του, αποτελείται από πέντε μεγάλες διαστάσεις της προσωπικότητας, ενώ η κάθε διάσταση έχει ορισμένα επιπρόσθετα χαρακτηριστικά. Στο κάθε άτομο υπερισχύει ένας από τους πέντε παράγοντες, δίνοντας τη δυνατότητα να προβλέψουμε ορισμένες συμπεριφορές του, με βάση κυρίως τα χαρακτηριστικά που ανήκουν σε αυτή τη διάσταση. Οι πέντε βασικοί παράγοντες της προσωπικότητας είναι ο νευρωτισμός, η εξωστρέφεια, το άνοιγμα στις εμπειρίες, η προσήνεια και η ευσυνειδησία (Millon et al., 2004).

Το μοντέλο των πέντε παραγόντων είναι ένα μοντέλο που αφορά τη δομή των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, ενώ πρόκειται για ένα ευρέως αποδεκτό πλαίσιο για τη μελέτη των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας. Οι πέντε αυτοί παράγοντες χαρακτηρίζονται σαν ανθεκτικές διαστάσεις των διαφορών ή των τάσεων των ατόμων, οι οποίες έχουν άμεση επίδραση στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις δραστηριότητες του κάθε ατόμου (Κουλάκογλου, 2002). Ανάλογα με τη διάσταση που συγκεντρώνει τις υψηλότερες βαθμολογίες, τα άτομα θεωρούνται ότι έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Έτσι ένα άτομο που έχει υψηλότερες τιμές στη διάσταση του νευρωτισμού είναι πολύ πιθανό να βιώνει άγχος, θυμό και εχθρότητα, ενώ μπορεί να νιώθει καταθλιπτικά συμπτώματα, τρωτότητα και να έχει ψυχαναγκαστική συμπεριφορά (Millon et al., 2004). 


Αναλυτικότερα, ο νευρωτισμός αφορά το επίπεδο χρόνιας συναισθηματικής σταθερότητας ή αστάθειας και περιλαμβάνει χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως μη ρεαλιστικές ιδέες, απροσάρμοστες αντιδράσεις, δυσκολία στην αντιμετώπιση της ματαίωσης, άγχος, εχθρότητα, κατάθλιψη, αυτεπίγνωση, παρορμητικότητα και τρωτότητα. Άτομα με υψηλές τιμές στη διάσταση του νευρωτισμού έχουν την τάση να εκδηλώνουν ψυχολογικές διαταραχές.

Όσον αφορά τη διάσταση της εξωστρέφειας αναφέρεται στην ποσότητα και την ένταση των διαπροσωπικών σχέσεων, στην ικανότητα του ατόμου για ευτυχία καθώς και στο επίπεδο δραστηριότητας. Τα άτομα που έχουν υψηλές τιμές στη διάσταση της εξωστρέφειας είναι κοινωνικά, δραστήρια, φλύαρα, ανθρωποκεντρικά, αισιόδοξα, τρυφερά, έχουν θετικά συναισθήματα, αναζητούν κοινωνικά ερεθίσματα, έχουν μία τάση να είναι κυρίαρχα και δυναμικά, τους αρέσει η περιπέτεια και αγαπούν τη διασκέδαση, ενώ τα άτομα με χαμηλές τιμές στην εξωστρέφεια είναι επιφυλακτικά, σοβαρά, ήσυχα, απόμακρα και ανεξάρτητα.


Ο τρίτος παράγοντας αφορά το άνοιγμα του ατόμου στις εμπειρίες και περιλαμβάνει την αναζήτηση και εκτίμηση εμπειριών από το άτομο. Τα άτομα με υψηλές τιμές στον παράγοντα αυτό, είναι ανοιχτά στις εμπειρίες και συνήθως είναι περίεργα, με φαντασία και ενδιαφέρον για καινούργιες απόψεις, ιδέες και μη συμβατικές αξίες, ενώ χρησιμοποιούν τη φαντασία και τη δημιουργικότητα στη ζωή τους, έχουν την ικανότητα να εκτιμούν την τέχνη, την ομορφιά και την ποίηση, τείνουν να δίνουν προσοχή σε εσωτερικές και βαθιά συναισθηματικές εμπειρίες. Συχνά, κρίνουν και αξιολογούν τις εδραιωμένες κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές αξίες.

Επίσης, ο παράγοντας της προσήνειας είναι μια διαπροσωπική διάσταση και αναφέρεται στο είδος των διαπροσωπικών σχέσεων που το άτομο προτιμά. Κύρια χαρακτηριστικά του ατόμου με υψηλές τιμές στον παράγοντα της προσήνειας είναι η εμπιστοσύνη, η επιθυμία να πιστεύεις ότι οι άλλοι είναι ειλικρινείς και καλοπροαίρετοι και μια έντονη τάση για ειλικρινείς και ευθείς απαντήσεις. 


Τέλος, ο πέμπτος παράγοντας, που είναι ο παράγοντας της ευσυνειδησίας, αναφέρεται στο βαθμό της οργάνωσης, της επιμονής και της κινητοποίησης του ατόμου για την επίτευξη των στόχων του. Άτομα με υψηλές τιμές στη διάσταση της ευσυνειδησίας συνήθως είναι οργανωτικά, αξιόπιστα, εργατικά, αυτόνομα, τυπικά, φιλόδοξα, επιμελή και επίμονα, ενώ έχουν γνώση των καθηκόντων τους, τηρούν τις εθνικές αρχές και τις ηθικές υποχρεώσεις, έχουν αυτοπειθαρχία και έχουν μία τάση να μην ενεργούν χωρίς προσχέδιο (Κουλάκογλου, 2002. Millon et al., 2004).


Βιβλιογραφία

Costa, P.T.J., & McCrae, R.R. (1985). The NEO Personality Inventory. Odessa, FL: Psychological Assessment Resources.
Κουλάκογλου, Κ. (2002). Ψυχομετρία και Ψυχολογική Αξιολόγηση (2η έκδ.). Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
Millon, T., Grossman, S., Millon, C., Meagher, S., & Ramnath, R. (2004). Personality Disorders in Modern Life (2nd edit.). New Jersey: John Wiley & Sons.
Ποταμιάνος, Γ., & Παπαστάμου, Σ. (2002). Η μελέτη της προσωπικότητας: Μια κριτική προσέγγιση. Στο βιβλίο του Γ. Ποταμιάνου & συν. (Επιμ.), Θεωρίες Προσωπικότητας και Κλινική Πρακτική (5η έκδ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Κοίτα λίγο και το παρόν: προσανατολισμένοι στο εδώ και τώρα




«Γιατί δε ζω ούτε στο παρελθόν μου ούτε στο μέλλον μου. Έχω μόνο το παρόν, αυτό μ’ ενδιαφέρει. Αν μπορείς να μένεις πάντα στο παρόν, θα είσαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Θα καταλάβεις ότι στην έρημο υπάρχει ζωή, ότι ο ουρανός έχει αστέρια και ότι οι πολεμιστές πολεμούν γιατί αυτό είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Η ζωή θα είναι μια γιορτή, ένα μεγάλο πανηγύρι, γιατί είναι πάντα και μόνο η στιγμή που ζούμε.»
P. Coelho

Πόσα προβλήματα προκύπτουν αν εστιάζουμε περισσότερο στο παρελθόν ή στο μέλλον; Πόσο πιο δύσκολη κάνουμε τη ζωή μας και την καθημερινότητά μας όταν τη ζούμε χωρίς να είμαστε πραγματικά παρόντες σ’ αυτή; Πόσα χάνουμε από το τώρα όταν διαρκώς είμαστε κολλημένοι και αναπολούμε τις στιγμές του παρελθόντος ή είμαστε προσανατολισμένοι και αγωνιούμε για τις στιγμές του μέλλοντος; Πόσες φορές ξεχνάμε τελείως το τώρα στην προσπάθειά μας να επιλύσουμε ή να δώσουμε απαντήσεις σε όσα κουβαλάμε από το παρελθόν ή στην προσπάθειά μας να σχεδιάσουμε και να εξασφαλίσουμε το μέλλον; 


Πόσο κοιτάζουμε το τώρα; Πόση σημασία δίνουμε στο εδώ και τώρα;
Μήπως αυτός θα έπρεπε να είναι ο βασικός μας στόχος: να κοιτάμε το παρόν, να ζούμε το παρόν και να είμαστε νοητικά και σωματικά παρόντες στο εδώ και τώρα; 


Εστιάζοντας την προσοχή μας στο παρόν μπορούμε να έχουμε καλύτερη επίγνωση των συναισθημάτων και σκέψεων μας καθώς και της συμπεριφοράς μας, ενώ παίρνουμε περισσότερα πράγματα από την κάθε στιγμή που περνάμε. Είναι σημαντικό να καταφέρουμε να ζούμε τις στιγμές εκείνη τη στιγμή που υπάρχουν, δηλαδή αυτή τη στιγμή, ΤΩΡΑ, και να μην αναλώνουμε διαρκώς τον εαυτό μας σε σκέψεις που αφορούν είτε το πώς θα μπορούσε να είναι η κατάσταση είτε το πόσο καλύτερη ήταν στο παρελθόν η κατάσταση. Μόνο αν είμαστε προσανατολισμένοι στο παρόν, σε όσα ζούμε τώρα, σε όσα μας περιβάλλουν και μας αφορούν, θα μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε τις πραγματικές μας ανάγκες, τα θέλω μας και να ακούσουμε τι λένε οι αισθήσεις μας. 

Όπως αναφέρει και η θεωρία Gestalt παίζει σπουδαίο ρόλο η παρούσα στιγμή, καθώς δίνει τη δυνατότητα στο άτομο να εστιάσει στη φύση και στη δομή της αντιληπτικής εμπειρίας. Το άτομο συνειδητοποιεί ότι αυτό που έχει περισσότερη σημασία και με το οποίο αξίζει να ασχοληθεί είναι το παρόν, δηλαδή το πραγματικό, και όχι κάτι που είναι εν δυνάμει εφικτό ή κάτι που ανήκει πλέον στο παρελθόν. Μόνο όσα είναι στο παρόν είναι πραγματικά και αποτελούν μέρος της ζωής μας. Κοιτώντας το παρόν δεν χάνουμε ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον, γιατί το παρόν περιλαμβάνει όνειρα, αναμνήσεις και στοχασμούς. Ζώντας στο τώρα κι εστιάζοντας σε δραστηριότητες που συμβαίνουν στο τώρα δεν σημαίνει πως διαγράφεις το παρελθόν ούτε ότι δεν ονειρεύεσαι το μέλλον, απλά δίνεις στο παρελθόν και το μέλλον τη σημασία που τους αξίζει. Μόνο μέσα από το παρόν μπορείς να επιτρέψεις στον εαυτό σου να κρατά αναμνήσεις και να κάνει όνειρα, να στοχάζεται αλλά και να προγραμματίζει…

Η τωρινή ζωή μας είναι το μόνο που υπάρχει.  (Nevis, 2007)

Η ζωή συμβαίνει τώρα… το πόσο θα εστιάσουμε σε αυτή εξαρτάται από εμάς τους ίδιους. Όσο πιο ικανοποιημένοι είμαστε από τη ζωή μας και τον εαυτό μας τόσο πιο πολύ δεν αναζητούμε τις απαντήσεις μας στο παρελθόν ή στο μέλλον, δεν ψάχνουμε δηλαδή διεξόδους φυγής στις αναμνήσεις ή στα όνειρα για το μέλλον. Κοιτάζουμε το παρόν: τι ζούμε, πώς νιώθουμε, τι βλέπουμε και ακούμε, πως αισθανόμαστε, τι βιώνουμε και ποιοι είμαστε…


«Η ζωή μας δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά οι εμπειρίες και τα βιώματά μας».
Kierkegaard


Βιβλιογραφία
Nevis, E. (2007). Θεραπεία Gestalt. Θεωρία και εφαρμογές. Αθήνα: Εκδόσεις Διόπτρα.

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Δυσπραξία



H αναπτυξιακή δυσπραξία αποτελεί αναπηρία ή ανωριμότητα ενός οργανισμού ως προς την κίνηση. Πρόκειται για ανώριμο τρόπο διαχείρισης της πληροφορίας από τον εγκέφαλο, που συνεπάγεται σε κακή μετάδοση των μηνυμάτων προς το σώμα. Η δυσπραξία επηρεάζει τον προγραμματισμό όσων κάνουμε και τον τρόπο με τον οποίο αυτά ολοκληρώνονται. Συνδέεται με προβλήματα στην αντίληψη, τη σκέψη και το λόγο, τη μνήμη και την κριτική ικανότητα, την επεξεργασία και άλλες γνωστικές ικανότητες. Φαίνεται ότι τα δύο ημισφαίρια δεν ανταποκρίνονται ταυτόχρονα και συντονισμένα, με αποτέλεσμα το άτομο να εμφανίζει δυσκολία στο σχεδιασμό και την ολοκλήρωση δραστηριοτήτων που απαιτούν κινητικές και γνωστικές ικανότητες. 

Άλλα ονόματα που έχουν χρησιμοποιηθεί για να περιγράψουν τη δυσπραξία είναι: αναπτυξιακή διαταραχή συγχρονισμού και κινητικές μαθησιακές δυσκολίες. Στη βιβλιογραφία συναντώνται και οι όροι: "Ελάχιστη Εγκεφαλική Βλάβη" (Minimal Brain Damage) και το σύνδρομο του Άτσαλου Παιδιού (Clumsy Child Syndrome). Τα συμπτώματα και η σοβαρότητα αυτών ποικίλουν από άτομο σε άτομο. Είναι μια διαταραχή που μπορεί να επηρεάσει με ποικίλους τρόπους το άτομο στα διάφορα αναπτυξιακά στάδια, ενώ επιδρά σε πολλές βασικές λειτουργίες που είναι απαραίτητες μέσα στην καθημερινότητα.


Τα συμπτώματα της δυσπραξίας κάνουν την εμφάνισή τους στην πρώιμη παιδική ηλικία, ενώ τα βρέφη που στη συνέχεια εκδηλώνουν δυσπραξία εμφανίζουν έντονο εκνευρισμό με το παραμικρό και προβλήματα σχετικά με την πρόσληψη τροφής. Τα προβλήματα για την πρόσληψη της τροφής είναι έντονα τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού και εστιάζουν στις κινητικές δυσκολίες που συνδέονται με τον τρόπο πρόσληψης της τροφής, όπως χρήση του πιρουνιού ή του κουταλιού και συντονισμό χεριού και ματιού για τη μεταφορά της τροφής στο στόμα. Τα παιδιά με δυσπραξία προτιμούν να τρώνε με τα χέρια και συνήθως είναι αρκετά άτσαλα στον τρόπο που τρώνε. Ακόμη, η δυσπραξία μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση προβλημάτων στις κινήσεις των μερών του σώματος για την πρόσληψη της τροφής. Οι δυσκολίες στην πρόσληψη της τροφής μπορεί να περιλαμβάνουν δυσκολίες στη μάσηση ή την κατάποση, με αποτέλεσμα το παιδί να έχει πρόωρα το αίσθημα κορεσμού της πείνας ή να εμφανίσει εμετό.

Τα βρέφη με δυσπραξία συχνά αποφεύγουν δραστηριότητες που περιλαμβάνουν καλή αδρή και λεπτή κινητικότητα. Εμφανίζουν καθυστέρηση στην επίτευξη αναπτυξιακών σταδίων, ενώ δεν μπορούν να κατακτήσουν τα στάδια του μπουσουλήματος. Συνήθως, εμφανίζουν μία προτίμηση να προχωρούν εμπρός καθισμένα σε οκλαδόν στάση και έπειτα να κατακτούν απευθείας την όρθια βάδιση.


Είναι σημαντικό να γίνει πρώιμη διάγνωση της δυσπραξίας, καθώς τα προβλήματα μπορεί να γενικευτούν και να γίνουν πιο έντονα κατά την είσοδο του παιδιού στο σχολείο. Το παιδί κατά την προσχολική ηλικία εμφανίζει έντονη σύγχυση και εκρηκτική συμπεριφορά, αυξημένη κινητικότητα, με έντονο κούνημα και χτύπημα των κάτω ή άνω άκρων, μειωμένο αυτοσυναίσθημα, φτερούγισμα των χεριών όταν τρέχει, δυσκολίες στη διαχείριση της θέσης του σώματος και δυσκολίες στην εκμάθηση ποδηλάτου, απουσία της αίσθησης του κινδύνου και φτωχή κινητικότητα. Επίσης, το παιδί με δυσπραξία σε αυτή την ηλικία εμφανίζει διάσπαση προσοχής, ενώ απουσιάζει το φανταστικό παιχνίδι και δεν υπάρχει αρέσκεια για παιχνίδια με κατασκευές.  Έχει μια τάση για απομόνωση, ενώ συχνά εξαιτίας των δυσκολιών βιώνει και την απόρριψη από τα άλλα παιδιά. Ενδέχεται να εμφανίζει και δυσκολίες στο λόγο, καθώς και αυξημένα επίπεδα αισθητηριακού και κινητικού ερεθισμού.

Οι βασικοί τομείς στους οποίους το παιδί με δυσπραξία εμφανίζει δυσκολίες είναι:

Ανάγνωση και ορθογραφία- τα παιδιά με δυσπραξία εμφανίζουν δυσκολίες στην ανάγνωση και την ορθογραφία λόγω της περιορισμένης προσοχής και συγκέντρωσης καθώς και των προβληματικών ικανοτήτων για επεξεργασία των ακουστικών ερεθισμάτων. Κάποια παιδιά διαβάζουν καλά αλλά δεν κατανοούν αυτά που διαβάζουν, ενώ κάποια παιδιά είναι απρόθυμα να διαβάσουν δυνατά εξαιτίας των δυσκολιών άρθρωσης ή της έλλειψης αυτοπεποίθησης.


Γραφή- είναι ένα από τα πιο κοινά συμπτώματα της δυσπραξίας. Τα παιδιά δεν θα πρέπει να δέχονται κριτική για αυτό, παρά μόνο να ενθαρρύνονται για όσα καταφέρνουν. Ωστόσο, πολλές φορές τα ίδια συγκρίνουν τα γράμματα που κάνουν με αυτά των συμμαθητών τους.   
Γλώσσα και ομιλία- Η ομιλία βρίσκεται σε ανώριμο στάδιο και η γλώσσα μπορεί να έχει βλάβες ή να καθυστερήσει να αναπτυχθεί. Για πολλά παιδιά, οι δυσκολίες στο συντονισμό των κινήσεων οδηγούν στην εμφάνιση προβλημάτων στην παραγωγή της ομιλούμενης γλώσσας. Τα παιδιά με δυσκολίες στη γλώσσα και την ομιλία χρειάζονται την παρέμβαση λογοθεραπευτή.


Αντίληψη και σκέψη- Τα παιδιά με δυσπραξία εμφανίζουν φτωχή κατανόηση των μηνυμάτων και δυσκολίες στο να συσχετίσουν τα μηνύματα με τις πράξεις ή δράσεις. Όσον αφορά τις σκέψεις τους, μπορεί να έχουν δυσκολίες στην παραγωγή και οργάνωση των σκέψεων. 

Η δυσπραξία αποτελεί ένα τύπο αναπτυξιακής διαταραχής συντονισμού, που επηρεάζει τον κινητικό συντονισμό, τη γλώσσα και ομιλία, τη γραφή και ανάγνωση, τη σκέψη και αντίληψη… Είναι, επομένως, μια διαταραχή στην οποία το παιδί εμφανίζει ελλείμματα σε μια ή περισσότερες γνωστικές λειτουργίες, καθώς και στην κίνηση και το συντονισμό, ενώ έχει άμεσες επιδράσεις στην κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.


Πηγή: