Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Πως μπορούμε να στηρίξουμε ένα άτομο με σοβαρή ασθένεια;



Τόσο ο ίδιος ο ασθενής όσο και το στενό οικογενειακό του περιβάλλον θα πρέπει να βρουν τρόπους να διαχειριστούν τα συναισθήματα που προκαλεί αυτή η κατάσταση αλλά και να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.

Το βασικό ερώτημα είναι πως μπορούμε να στηρίξουμε το άτομο με μια σοβαρή ασθένεια:
Το άτομο δεν έχει πεθάνει και δεν το αντιμετωπίζουμε σαν ετοιμοθάνατο.
Δεν αρνούμαστε την κατάσταση που βιώνει, δεν παριστάνουμε ότι δεν συμβαίνει τίποτα, ούτε εκφράζουμε θλίψη και οίκτο για την κατάσταση που βιώνει.
Δεν ξεχνάμε ότι ανεξάρτητα από την διάγνωση και την ασθένεια το άτομο εξακολουθεί να είναι το ίδιο άτομο, με την ίδια προσωπικότητα και τις ίδιες ευαισθησίες. Έτσι, το αντιμετωπίζουμε φυσιολογικά, όπως πριν, μοιραζόμαστε μαζί του τα ενδιαφέροντά του και τον χρόνο του, όπως και στο παρελθόν, χωρίς να το αντιμετωπίζουμε με ιδιαίτερο τρόπο λόγω της ασθένειας. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε πως εμείς θα θέλαμε να μας συμπεριφέρονται οι άλλοι αν ήμασταν στη θέση του…
Είμαστε δίπλα του και δεν το αποθαρρύνουμε όταν θέλει να μιλήσει ή να ξεσπάσει σχετικά με τα συναισθήματα που βιώνει λόγω της ασθένειας και της κατάστασης που ζει.

Συνήθως, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ασθένεια ενός αγαπημένου μας προσώπου νιώθουμε αμηχανία και σύγχυση. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, τι να πούμε, πώς να συμπεριφερθούμε. Πολλές φορές στην προσπάθειά μας να βοηθήσουμε γινόμαστε υπερβολικοί, ενοχλητικοί ή κουραστικοί. Ίσως είναι πιο απλό και ανθρώπινο να δείξουμε το ενδιαφέρον μας και την αγάπη μας, χωρίς να πούμε κάτι το ιδιαίτερο. Το χειρότερο πράγμα είναι να αποφεύγουμε τον ασθενή, καθώς δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Είναι σημαντικό να εξοικειώσουμε τον εαυτό μας με την κατάσταση και να βρούμε τρόπους να τη χειριστούμε. Όλα όσα σκεφτόμαστε για «ειδική μεταχείριση» του ασθενούς δεν χρειάζονται, καθώς δεν έχει ανάγκη ούτε από λύπηση, ούτε από αλλαγές στη συμπεριφορά μας. Πρέπει, λοιπόν, να τηρήσουμε την ίδια στάση που είχαμε και στο παρελθόν απέναντί του, χωρίς να γίνουμε ιδιαίτερα παθητικοί ή υποτακτικοί, ή καλοσυνάτοι και συγκαταβατικοί, λόγω λύπησης. Η λύπηση είναι μια αντίδραση που δείχνει στον άλλο ότι τον θεωρούμε αδύναμο, ανίκανο και φυσικά δεν θα θέλαμε να είμαστε στη θέση του, γιατί αν βάζαμε έστω και για λίγο τον εαυτό μας στη θέση του θα καταλαβαίναμε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα θέλαμε ο άλλος να μας λυπηθεί.
Είμαστε θετικοί και βοηθητικοί απέναντι στον ασθενή δείχνοντας αγάπη και ενδιαφέρον, όχι λύπηση και οίκτο. Είναι σημαντικό να μπορέσουμε να καταλάβουμε τα συναισθήματα του ασθενούς.
Νιώθει φόβο, απογοήτευση, θυμό, στεναχώρια; Νιώθει τρόμο, ανασφάλεια; Τι τον κάνει να ξεχνιέται και να νιώθει καλά; Τι θα ήθελε να κάνει ώστε να περνά ευχάριστα, να ξεφεύγει λίγο από όλα όσα βιώνει και σκέφτεται;
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάποια συναισθήματα είναι πρωτόγνωρα και δύσκολο να τα διαχειριστεί και ο ίδιος ο ασθενής.
Δεν φοβόμαστε τις λέξεις. Μιλάμε ανοιχτά για την ασθένεια, με ειλικρίνεια. Η αποφυγή του θέματος ή μη χρησιμοποίηση λέξεων εντείνει τους φόβους και κάνει την ασθένεια να φαίνεται πιο τρομαχτική. Δεν μιλάμε χαμηλόφωνα μπροστά στον ασθενή αγνοώντας τον γιατί αυτό δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερη ανασφάλεια και νιώθει ότι κάτι του κρύβουμε.
Δεν αποφεύγουμε τις συζητήσεις σχετικά με τους φόβους του ασθενούς,  όταν ο ίδιος έχει ανάγκη να μιλήσει για αυτούς. Τον ακούμε και του δείχνουμε κατανόηση. Ακούμε τους προβληματισμούς του, τα συναισθήματά του και τις σκέψεις του και δεν τον αποθαρρύνουμε όταν ο ίδιος επιθυμεί να μιλήσει για αυτά.

Καρκίνος και ψυχοσυναισθηματική στήριξη ασθενών



Ο καρκίνος είναι μια ασθένεια που είναι συνδεδεμένη με το θάνατο και το ανίατο, για αυτό και προκαλεί συναισθήματα άγχους, αγωνίας και ανησυχίας. Το άτομο βιώνει έντονα συναισθήματα αγωνίας για το μέλλον αλλά και αναμονής για τον επικείμενο θάνατο, ενώ νιώθει και φόβο για την έκβαση της ασθένειας. Η διάγνωση και η πληροφόρηση της διάγνωσης οδηγεί σε έντονα συναισθήματα έντασης, θλίψης και άγχους. Το άτομο όταν μάθει ότι πάσχει από καρκίνο περνά από διάφορες συναισθηματικές διακυμάνσεις. Αρχικά νιώθει σοκ καθώς ο καρκίνος αποτελεί για τον ίδιο και τη ζωή του μια απειλή, ενώ ταυτόχρονα νιώθει άρνηση για τη διάγνωση και το γεγονός. Στη συνέχεια περνά στο στάδιο του θυμού και του έντονου άγχους καθώς νιώθει αδικία που του έχει συμβεί αυτό. Ο θυμός μπορεί να στρέφεται και προς το ίδιο το άτομο. Τον θυμό ακολουθεί η θλίψη, ο φόβος, η αγωνία και η μοναξιά, τα οποία αποτελούν ουσιαστικά μια κατάσταση πένθους και θρήνου για το άτομο που πάσχει από καρκίνο. Το άτομο βιώνει ένα σύνολο από απώλειες για τις οποίες θα πρέπει να θρηνήσει. Πρόκειται για απώλειες που αφορούν τα όνειρα, τα σχέδιά του, την καθημερινότητα και τον τρόπο ζωής που είχε (Βασιλόπουλος, 1997). 

Ο καρκίνος από τη στιγμή που θα διαγνωστεί συνοδεύεται από ένα σύνολο αρνητικών συναισθημάτων. Το άτομο τον αντιμετωπίζει με έντονο φόβο, ενώ μπορεί να εμφανιστούν συναισθήματα πανικού και τρόμου λόγω της πιθανής κατάληξης της ζωής του ασθενούς. Οι απόψεις και πεποιθήσεις που επικρατούν για τον καρκίνο και τον συνδέουν με το θάνατο οδηγούν το άτομο σε μια κακή σωματική και ψυχοκοινωνική κατάσταση, ενώ μειώνεται και η ποιότητα ζωής των ατόμων με καρκίνο. Από τα περισσότερα άτομα ο καρκίνος αντιμετωπίζεται ως μία απειλητική για τη ζωή νόσο που δημιουργεί στο άτομο αισθήματα αβεβαιότητας για την πρόγνωση και ερωτηματικών για την αιτιολόγηση της εμφάνισης της ασθένειας. Επιπλέον, το άτομο με καρκίνο νιώθει το κοινωνικό στίγμα αι το φόβο για το θάνατο, κάτι που επιδεινώνει την ψυχοκοινωνική κατάσταση και την ποιότητας ζωής του ατόμου (Σαρρής, 2001).

Η ψυχολογική επιβάρυνση του ατόμου παρουσιάζεται μαζί με τα πρώτα συμπτώματα του ασθενούς, πριν ακόμη διαγνωστεί η νόσος. Όταν το άτομο ανακαλύπτει ορισμένα ανησυχητικά σημάδια κινητοποιείται και νιώθει έντονο άγχος, αρνητικές σκέψεις και καταθλιπτική διάθεση. Η τεκμηρίωση της διάγνωσης του καρκίνου οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση της ψυχολογικής κατάστασης του ασθενούς, ενώ συχνά η ανακοίνωση της διάγνωσης ακολουθείται από ισχυρό σοκ. Το ψυχολογικό κόστος είναι έντονο και κατά τη διάρκεια της θεραπείας ενώ εξαρτάται άμεσα από τη σοβαρότητα της κατάστασης, το βάρος της διάγνωσης του καρκίνου, καθώς και τις μεταβολές που έχει βιώσει το άτομο στην καθημερινότητά του, όσον αφορά την εργασία του, την κοινωνική του ζωή, την ερωτική του ζωή, το ρόλο του στην οικογένεια (Ρηγάτος, 2007).

Οι επιπτώσεις στο ψυχολογικό και συναισθηματικό επίπεδο αφορούν όχι μόνο το ίδιο το άτομο αλλά και την οικογένεια. Ο καρκίνος αποτελεί μία κατάσταση που μπορεί να ταράξει τη ζωή και την εύρυθμη λειτουργία ολόκληρης της οικογένειας. Οι συναισθηματικές διακυμάνσεις που βιώνει το άτομο μπορεί να βιωθούν και από την οικογένεια, η οποία ταυτόχρονα θα πρέπει να φανεί δυνατή και να στηρίξει τον ασθενή. Το άτομο βιώνει τον κοινωνικό στιγματισμό και φοβάται την πιθανότητα απόρριψης ή εγκατάλειψης από το οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον του. Τα συναισθήματα φόβου που νιώθει το άτομο για τον επερχόμενο θάνατο μπορεί να οδηγήσουν σε υιοθέτηση συμπεριφορών από τους άλλους που τον στιγματίζουν (Σαρρής, 2001).


Ψυχοσυναισθηματική υποστήριξη ασθενών με καρκίνο

Οι ασθενείς με κακοήθη νοσήματα αντιμετωπίζουν διάφορα ψυχοκοινωνικά προβλήματα τα οποία έχουν επιπτώσεις και στην πορεία και έκβαση της ασθένειας αλλά και στις πτυχές και την ποιότητα της ζωής του ασθενούς. Το άτομο που πάσχει από καρκίνο δεν αντιμετωπίζει μόνο σωματικά προβλήματα και διαταραχές της ομαλής λειτουργίας του οργανισμού αλλά και διαταραχές στην ψυχική του υγεία και ισορροπία και στα συναισθήματά του. Βιώνει ανασφάλεια, άγχος, αβεβαιότητα, αγωνία και προβληματισμούς καθώς και ερωτηματικά. Η αγωνία που δημιουργείται εξαιτίας της έκβασης και πορείας της ασθένειας απαιτεί εκτός από την νοσηλευτική/ ιατρική αντιμετώπιση και μια ψυχοκοινωνική/ συναισθηματική παρέμβαση. Σε ψυχολογικό επίπεδο απαιτείται η αξιολόγηση και καταγραφή των αναγκών και προβλημάτων των ασθενών έτσι ώστε να τους δοθεί η κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη. Η ψυχολογική στήριξη μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς να αποκτήσουν δύναμη ώστε να αντιμετωπίσουν τη θεραπεία και τις παρενέργειες που έχει (Καραδήμας, 2005). 

Οι συναισθηματικές διακυμάνσεις που νιώθουν τα άτομα με καρκίνο και οι οικογένειές τους θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με προγράμματα στήριξης. Σύμφωνα με την Kubler- Ross (1975) οι ασθενείς που πιστεύουν ότι θα πεθάνουν βιώνουν πέντε διαφορετικές συναισθηματικές καταστάσεις. Πρόκειται για την άρνηση της κατάστασης και της ασθένειας, το μαχητικό πνεύμα, όπου εμφανίζονται αποφασισμένοι να αγωνιστούν και να κερδίσουν τη ζωή τους διατηρώντας μία θετικά στάση και ελπίδα για τη ζωή, τη στωική αποδοχή, όπου δέχονται την διάγνωση και αναζητούν πληροφορίες σχετικά με την κατάστασή τους, την αποδοχή που συνοδεύεται από άγχος και θλίψη και την απελπισία, όπου πλέον νιώθουν τελείς αβοήθητοι, άρρωστοι, μη λειτουργικοί και αποδιοργανωμένοι.

Τα ψυχολογικά και ψυχιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς με καρκίνο είναι κυρίως αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές. Τα άτομα με καρκίνο, όπως και τα άτομα με κάθε απειλητική για τη ζωή ασθένεια, νιώθουν άγχος, αδυναμία συγκέντρωσης, επαναλαμβανόμενες σκέψεις και αντιλήψεις, καθώς και νευρικότητα και ανησυχία. Κάποια από τα άτομα με καρκίνο εμφανίζουν καταθλιπτικά συμπτώματα, όπως κακή διάθεση, ενοχές, απαισιοδοξία, έλλειψη χαράς. Ψυχολογικές επιπτώσεις παρουσιάζονται και εξαιτίας της χημειοθεραπείας, όπου οι ασθενείς μπορεί να βιώσουν αγωνία, αβεβαιότητα, καταθλιπτικά συμπτώματα, άγχος και φόβο (Παπαδάτου, 1999). 

Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να διερευνηθούν και να εξεταστούν τα συναισθήματα που κυριαρχούν στο άτομο καθώς και ο τρόπος που αυτά συνδέονται με την ασθένεια. Τα αρνητικά συναισθήματα που συνήθως εμφανίζονται μπορούν να ξεπεραστούν μέσα από την κάλυψη της ανάγκης των ασθενών να εκφραστούν, να μιλήσουν, να διερευνήσουν το νόημα της ασθένειας αλλά και της ζωής και να λάβουν υποστήριξη (Καραδήμας, 2005). Έμφαση θα πρέπει να δοθεί στο κοινωνικό στίγμα που αντιμετωπίζουν τα άτομα εξαιτίας του καρκίνου, καθώς και σε ένα από τα κυρίαρχα συναισθήματα που νιώθουν και το οποίο είναι η κοινωνική απομόνωση. Ο φόβος που νιώθει το άτομο με καρκίνο είναι εμφανής και στο οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, το οποίο δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί την κατάσταση και πώς να συμπεριφερθεί στο άτομο με καρκίνο.

Σημαντικό ρόλο παίζει η ψυχολογική και συναισθηματική στήριξη του ασθενούς και του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι όλοι χρειάζονται χρόνο για να το επεξεργαστούν και να το συνειδητοποιήσουν. Ο κάθε άνθρωπος και η κάθε οικογένεια αντιδρά με διαφορετικό τρόπο απέναντι σε μια ασθένεια, απέναντι σε μια τόσο σοβαρή αλλαγή στη ζωή τους. Μπορούμε να είμαστε δίπλα τους έχοντας ως βασικό στόχο το να σεβαστούμε αυτό που οι ίδιοι θέλουν. Είμαστε διακριτικά δίπλα στον ασθενή και την οικογένειά του, χωρίς όμως να υπερβάλλουμε στην προσπάθειά μας να τους βοηθήσουμε. Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι ακόμη και η απομόνωση ή η απομάκρυνση του ασθενή και της οικογένειάς του είναι ένας τρόπος αντίδρασης απέναντι σε αυτό που βιώνουν.


Βιβλιογραφία
Βασιλόπουλος, Π. (1997). Πρόγνωση και έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου. Αθήνα: Εκδόσεις Παρισιανός.
Καραδήμας, Ε.Χ. (2005). Ψυχολογία της Υγείας: Θεωρία και κλινική πράξη. Αθήνα: Εκδόσεις Τυπωθήτω- Γιώργος Δάρδανος.
Kubler- Ross, E. (1975). Death as part of my own personal life. In E. Kubler- Ross (Ed.), Death: The final stage of growth (pp. 117- 127). New York: Simon & Schuster, Inc.
Παπαδάτου, Δ. (1999). Φάσεις στην εξέλιξη της χρόνιας ή/ και απειλητικής για τη ζωή αρρώστιας. Στο Δ. Παπαδάτου & Φ. Αναγνωστόπουλος, Η Ψυχολογία στο Χώρο της Υγείας (σελ.109- 134). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Ρηγάτος, Γ. (2007). Η ψυχολογική υποστήριξη του καρκινοπαθούς και της οικογένειάς του. Στο συλλογικό έργο, Κλινική Ογκολογία (Τόμ. Α), Γενικό μέρος (σσ. 395- 400). Αθήνα: Επαγγελματική Ένωση Παθολόγων Ογκολόγων Ελλάδος.
Σαρρής, Μ. (2001). Κοινωνιολογία της Υγείας και Ποιότητα Ζωής. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Αντιμετωπίζοντας το τέλος μιας ερωτικής- συντροφικής σχέσης



 “The journey of a thousand miles begins with one step.” – Lao Tzu

Το πρώτο βήμα για να αντιμετωπίσουμε ένα χωρισμό είναι να το θεωρήσουμε ως μία κατάσταση που έχει τελειώσει και όχι να ζούμε με την ελπίδα της επανασύνδεσης ή ότι τα πράγματα μπορεί να γίνουν όπως πριν. Δεν θα μας βοηθήσει σε κάτι να στηριχτούμε στο τι θα γινόταν αν τα πράγματα δεν ήταν έτσι ή αν δεν φτάναμε μέχρι αυτό το σημείο. Το θέμα είναι ότι όποιος και να είναι ο λόγος ή οι λόγοι φτάσαμε στο χωρισμό και καλούμαστε να τον αντιμετωπίσουμε για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. 

Χωρισμός… είναι μια απώλεια, απώλεια μιας σχέσης, ενός ανθρώπου, απώλεια συνηθειών, της καθημερινότητάς μας, της ανάγκης να νιώθουμε ότι κάποιος μας σκέφτεται και μας αγαπά, απώλεια πολλών πραγμάτων… Έτσι, καλούμαστε να αναπροσαρμόσουμε και να αναδιαμορφώσουμε τη ζωή μας. Ξέρουμε ότι η ελπίδα επιστροφής στη σχέση και η ενασχόληση με τον/ την πρώην δεν μας βοηθάει. Στόχος μας είναι να προσαρμοστούμε στη νέα κατάσταση και να αναζητήσουμε εκ νέου την ταυτότητά μας, επαναπροσδιορίζοντας τα όρια καθώς ο χωρισμός σηματοδοτεί την απώλεια της ταυτότητάς μας.

Όμως, τι σημαίνει για εμάς ο χωρισμός; Απώλεια δύναμης και ελέγχου; Παθητικότητα; Κινητοποίηση προς νέα ενδιαφέροντα; Μιζέρια ή ενεργητικότητα; Ελπίδα για κάτι νέο ή εμμονή στο παρελθόν- ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν όπως πριν;
 


Πόσο ελέγξιμη είναι από εμάς τους ίδιους η ανάγκη για επικοινωνία μαζί του/ της; Πόσο συχνά μπαίνουμε στον πειρασμό να τσεκάρουμε το προφίλ του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή να ρωτήσουμε για αυτόν τους κοινούς μας φίλους; 

Ο καθένας βιώνει και ξεπερνά με διαφορετικό τρόπο ένα χωρισμό. Ωστόσο, είναι βέβαιο πως δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε έναν χωρισμό μπαίνοντας σε μια νέα σχέση. Το να μείνουμε μόνοι, αντιμέτωποι με τον εαυτό μας και την επεξεργασία της απώλειας θα μας βοηθήσει να επαναπροσδιορίσουμε την ταυτότητά μας. 

Ένα δύσκολο κομμάτι που έχουμε να αντιμετωπίσουμε στην περίπτωση του χωρισμού είναι οι αναμνήσεις… Μέρη, τραγούδια, άνθρωποι, καταστάσεις, στιγμές, μυρωδιές, λόγια, συνήθειες… νιώθουμε ότι τα πάντα μας θυμίζουν τον άλλο, ότι τίποτα δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε, νιώθουμε ένα κενό, ένα συναισθηματικό κενό και μια τεράστια απουσία, που τίποτα δεν την καλύπτει… Συνδέουμε καταστάσεις του παρελθόντος με το ότι υποφέρουμε, σκεφτόμαστε ότι όλοι κάποια στιγμή θα μας πληγώσουν, ότι δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κανέναν, ότι κανείς δεν θα μας αγαπήσει… Αρνητικές σκέψεις που προκαλεί ένας χωρισμός, αλλά μέσα από την επεξεργασία όλων όσων βιώνουμε θα μπορέσουμε να τις μετατρέψουμε σε θετικές…

Σκεφτόμαστε ότι πάντα θα μείνουμε μόνοι μας, μακριά από όλους κι από όλα, όμως, απλά χρειαζόμαστε χρόνο, θα πρέπει να δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας, να θρηνήσουμε για τη σχέση που είχαμε, για τον άνθρωπο που δεν είναι πλέον στη ζωή μας είτε από δική μας επιλογή είτε από δική του. Αν ήταν μια σημαντική για εμάς σχέση, σε όποιον κι αν ανήκει η επιλογή, ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε την απώλεια έχει δυσκολίες. 


Κάθε απώλεια μας φέρνει αντιμέτωπους με τον εαυτό μας, με τις φοβίες, τους φόβους και τις ανασφάλειές μας. Ο χωρισμός προκαλεί ποικίλα συναισθήματα που καλούμαστε να διαχειριστούμε…

Το σύνδρομο του Πίτερ Παν: για πάντα παιδιά...



Το σύνδρομο του Πίτερ Παν αφορά ανθρώπους που δεν θέλουν ή δεν αισθάνονται ότι μεγαλώνουν. Πρόκειται δηλαδή για ανθρώπους που έχουν σώμα ενήλικα, αλλά μυαλό και συμπεριφορά παιδιού. Το σύνδρομο αυτό δεν εντάσσεται στην ψυχοπαθολογία. Ωστόσο, παρατηρείται ένα σύνολο ενηλίκων που εμφανίζουν συμπεριφορές συναισθηματικής ανωριμότητας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν γνωρίζουν ή δεν θέλουν να μάθουν πώς να σταματήσουν να συμπεριφέρονται ως παιδιά και να αρχίσουν να είναι ενήλικες ή απλά δεν θέλουν να το κάνουν. Δεν είναι μια αναγνωρισμένη ψυχολογική διαταραχή, αλλά είναι ένα φαινόμενο ανώριμης συμπεριφοράς που παρατηρείται σε κάποιους ανθρώπους. 

Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων με το σύνδρομο του Πίτερ Παν;
Πρόκειται για άτομα που δεν μπορούν να μεγαλώσουν και να αναλάβουν τις ευθύνες ενός ενήλικα, ενώ απολαμβάνουν και ικανοποιούνται με το να συμπεριφέρονται ως παιδιά ή έφηβοι, ακόμη κι αν έχουν περάσει τριάντα χρόνια από την ενηλικίωσή τους…
Εμφανίζουν ανικανότητα να αναλάβουν ευθύνες, να δεσμευτούν ή να τηρήσουν υποσχέσεις, υπερβολική μέριμνα για την προσωπική τους ευημερία, έλλειψη αυτοπεποίθησης, ακόμη κι αν δεν φαίνεται και δεν το δείχνουν.

Φοβούνται τη μοναξιά και προσπαθούν πάντα να περιβάλλονται από ανθρώπους που θα καλύπτουν τις ανάγκες τους.
Γίνονται ανήσυχοι ή νευρικοί όταν αξιολογούνται από συναδέλφους ή ανωτέρους τους, δεδομένου ότι δεν ανέχονται καμία κριτική.
Εμφανίζουν δυσκολίες προσαρμογής στον επαγγελματικό χώρο ή στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Κάθε φορά που η σχέση αρχίζει να φτάνει σε ένα υψηλότερο επίπεδο δέσμευσης και υπευθυνότητας το πιο πιθανό είναι να αποχωρήσουν από αυτή τη σχέση.
Αλλάζουν συνεχώς συνεργάτες, ενώ διαρκώς αναζητούν για συνεργάτες ή και για παρέες μικρής ηλικίας. Παρομοίως, επιλέγουν για σχέση άτομα μικρότερης ηλικίας, ενώ σε μια σχέση αναζητούν την ανεμελιά, χωρίς ανησυχίες και χωρίς μελλοντικά σχέδια και σοβαρές δεσμεύσεις. 

Χρησιμοποιούν αρκετά τη διάκριση ανάμεσα στο καλό και το κακό, ενώ πολλές φορές αντιμετωπίζουν τα προβλήματα με μια πρωτόγονη άρνηση, σκεπτόμενα ότι «αν δεν το σκέφτομαι, το πρόβλημα θα εξαφανιστεί». Το άτομο μπορεί να αναζητά διεξόδους από την πραγματικότητα και τα προβλήματα, καταφεύγοντας συχνά στην κατανάλωση αλκοόλ ή τη χρήση ουσιών. 

Τις περισσότερες φορές κατηγορούν τους άλλους για όσα τους συμβαίνουν και είναι εξαιρετικά ευαίσθητα στην απόρριψη από τους άλλους. Το άτομο νιώθει έντονα την ανάγκη να ανήκει κάπου, ενώ υπάρχει ένα τεράστιο ψυχολογικό κενό που νιώθει στη ζωή του που μπορεί να καλύψει μέσα από την τάση του να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής και οι άλλοι να ασχολούνται μαζί του. Χαρακτηρίζεται από έλλειψη αυτοπειθαρχίας, τεμπελιά και ανευθυνότητα, ενώ είναι αδύναμο να μάθει να ελέγχει τα συναισθήματά του. 

Τα συναισθήματα αποτελούν ένα τομέα που το άτομο επίσης αντιμετωπίζει δυσκολίες. Αναζητά την αγάπη και το νοιάξιμο των άλλων, ενώ το ίδιο δεν εκφράζει την αγάπη του. Ενώ συμπεριφέρονται σαν παιδιά φαίνεται πως χάνουν την ευαισθησία και τρυφερότητα των παιδιών και εμφανίζονται ως εγωκεντρικοί και σκληροί ως προς την έκφραση των συναισθημάτων τους. Συνήθως, το άτομο εμφανίζει αδιαφορία, που εναλλάσσεται με στιγμές τρυφερότητας, που μπερδεύει όμως τους άλλους γύρω του. Ουσιαστικά, εμφανίζουν ένα συναισθηματικό μούδιασμα, λες και το άτομο έχει χάσει την επαφή με τα συναισθήματα. Επειδή δεν γνωρίζουν πώς να προστατεύσουν τα συναισθήματά τους για να μην πληγωθούν προτιμούν να απομακρύνονται από τα συναισθήματα, αποφεύγοντάς τα λέγοντας «δεν με νοιάζουν τα συναισθήματα, δεν με νοιάζει τι νιώθω εγώ και τι νιώθει ο άλλος».
Τα ίδια τα άτομα βλέπουν τον κόσμο των ενηλίκων ως ένα πολύ προβληματικό και ανιαρό κόσμο, ενώ θαυμάζουν την εφηβεία και νιώθουν προνομιούχα που μπορούν να διατηρήσουν αυτή την παιδικότητα.

Συνοπτικά, τα κύρια συμπτώματα εκδήλωσης του συνδρόμου είναι η υπερβολική εκδήλωση των συναισθημάτων, όπως χαρά στα όρια της μανίας και θυμός σε ανεξέλεγκτο βαθμό, απογοήτευση που οδηγεί σε αυτολύπηση και κατάθλιψη, αλλά δυσκολία εκδήλωσης συναισθημάτων αγάπης. Τάσεις για ανεξαρτησία και έλλειψη οποιουδήποτε είδους δέσμευσης που προϋποθέτει ευθύνες και υποχρεώσεις. Έντονη αναζήτηση κάλυψης των αναγκών από τους άλλους, χωρίς όμως «ανταλλάγματα».  
Παρατηρείται περισσότερο στους άνδρες παρά στις γυναίκες, αν και αφορά και τα δύο φύλα. 

Επικεντρώνοντας στους άνδρες με το σύνδρομο του Πίτερ Παν, συνήθως, έχουν πολλές σεξουαλικές σχέσεις, ενώ προσπαθούν να αποδείξουν την ανδρική τους δύναμη και να αισθάνονται ισχυροί όταν αποπλανούν γυναίκες μέσα από μια επιφανειακά καλή κοινωνική συμπεριφορά. Ουσιαστικά, από την αγάπη μιας συντρόφου αναζητούν την αγάπη μιας μητέρας, μια άνευ όρων αγάπη, στην οποία όμως δεν ανταποδίδουν τον ίδιο. Δεν βλέπουν δηλαδή ότι δεν μπορούν μόνο να παίρνουν αλλά θα πρέπει και να δίνουν μέσα σε μια σχέση. Όταν δεν παίρνει αυτά που θέλει μέσα σε μια σχέση θυμώνει και απομακρύνεται από τους ανθρώπους, νιώθοντας αρκετά εύθραυστος, χωρίς όμως να το δείχνει. Υψώνει ένα τείχος γύρω του, προσπαθώντας να απομονωθεί από τη στενή επαφή με τους άλλους, καθώς νιώθει ότι δεν του δίνουν αυτά που το ίδιο θέλει.


Που οφείλεται η συναισθηματικά ανώριμη συμπεριφορά;
Συνήθως είναι άτομα που μεγάλωσαν με υπερπροστατευτικούς γονείς, που τα είχαν αρκετά εξαρτημένα από τους ίδιους και δεν είχαν τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις απαραίτητες δεξιότητες και ευθύνες για να αντιμετωπίσουν τη ζωή. Το κύριο αίτιο είναι οι διαταραγμένες σχέσεις με τη μητέρα, ενώ εμφανίζουν μεγάλες δυσκολίες στην ανάπτυξη «υγιών» σχέσεων με τις γυναίκες, μιας και οι περισσότεροι είναι άνδρες.

Βιβλιογραφία